Showing posts with label Κριτικές παραστάσεων. Show all posts
Showing posts with label Κριτικές παραστάσεων. Show all posts

Friday, March 31, 2017

Κριτική της παράστασης "Άγριος σπόρος"

Ξεκίνησα για την παράσταση με την ψυχή στο στόμα: τρέχοντας τελευταία στιγμή και με όλη την αρνητική ενέργεια του κόσμου συσσωρευμένη. Τουλάχιστον δεν χρειάζεται να γράψω κριτική αυτή τη φορά, σκέφτηκα, έχουμε ήδη γράψει. Όμως, βγαίνοντας από το θέατρο, δεν γινόταν να μην γράψω, όχι για επαγγελματικούς λόγους, όσο για να μπορέσω να αποτυπώσω, όσο είναι αυτό εφικτό, αυτή την ανεπανάληπτη εμπειρία που βίωσα, και να την κρατήσω όσο πιο πολύ μπορώ ζωντανή μέσα μου.



Το κείμενο του Γιάννη Τσίρου είναι ένα κείμενο βαθειά ελληνικό: ένα κείμενο που πρέπει όλοι οι Έλληνες, αλλά και οι ξένοι, εξίσου, να γνωρίσουν.  Ξεκινώντας το βίντεο της παράστασης, πάγωσα. Βλέποντας παράλληλα και το βλέμμα του Στάθη Σταμουλακάτου, με κυρίευσε ένας ακατανόητος τρόμος, και ανακουφίστηκα μόνο όταν αντιλήφθηκα ότι στο χέρι του κρατούσε ένα κομμάτι ξύλο: χωρίς να το έχω κοιτάξει, ήμουν σίγουρη πως ήταν μαχαίρι. Στα πρώτα λεπτά του έργου, έβλεπα μπροστά μου διαρκώς τον Τάκη Σπυριδάκη. Μάλιστα, νόμισα πως άκουγα και τη φωνή του. Μόνο για λίγα λεπτά, όμως. Ο Στάθης Σταμουλακάτος επικράτησε πολύ γρήγορα με μια ερμηνεία επιβλητική, καθηλωτική, μεστή, ακριβή, καίρια, ανυπέρβλητη, σχεδόν συγκλονιστική θα έλεγα.   Η σκηνική αποτύπωση της Ελένης Σκότη είναι ασύλληπτη. Με απόλυτα λιτά σκηνοθετικά μέσα, καταφέρνει να μας ταξιδέψει σε αυτή την ερημική παραλία: όταν ο Σταύρος φορούσε τα γυαλιά ηλίου, ένιωθα τον ήλιο να με τυφλώνει και μένα...  Όταν έπινε την μπύρα του, ένιωθα τη δροσιά της να κυλάει μέσα μου…   Όταν άκουγα τον παφλασμό των κυμάτων, τραβούσα ασυναίσθητα τα πόδια μου πιο μέσα, μήπως βραχώ…  Από στιγμή σε στιγμή περίμενα να φτάσει από κάπου και η μυρωδιά του αναμένου κάρβουνου… 



Εξίσου πειστική ήταν και η Ντάνυ Γιαννακοπούλου, στο πρόσωπο της οποίας είδα τον εαυτό μου, αλλά και κάθε γνήσια ελληνίδα κόρη.  Ένιωσα κάθε στιγμή και σε κάθε βλέμμα, κάθε αγωνία της, κάθε συναίσθημα. Ήταν στην πραγματικότητα η κόρη του Σταύρου, τον αγαπούσε και τον νοιαζόταν αληθινά, κάθε στιγμή.  Ο Ηλίας Βαλάσης, πρέπει να ομολογήσω, έχοντας κάνει και προσωπικά ένα επαγγελματικό πέρασμα από το αστυνομικό σώμα, πως πέρα από το κείμενο, είχε υιοθετήσει την κινησιολογία, την εκφραστικότητα, ακόμη και το πρόσωπο του αστυνομικού. Μη έχοντάς τον δει ξανά στη σκηνή, σκέφτηκα, δεν μπορεί, είναι σίγουρα αστυνομικός.  Στην τελευταία σκηνή του διαπληκτισμού του με τον Σταύρο, ένιωσα έναν βαθύ πόνο.  Αναγνώρισα την ανάγκη ή υποχρέωση του αστυνομικού οργάνου απέναντι στο νόμο, ένιωσα όμως και μια ειλικρινή οργή απέναντι στην απάνθρωπη ψυχρότητα. 



Οι φωτισμοί του Αντώνη Παναγιωτόπουλου, λειτούργησαν καθοριστικά, ειδικότερα στις αφηγηματικές στιγμές, όπου οι ήρωες έδιναν την αστυνομική κατάθεση. Η μουσική και η ηχητική επιμέλεια του Στέλιου Γιαννουλάκη ήταν επίσης εξαιρετική: οι ήχοι της παραδοσιακής τσαμπούνας, που αρχικά θεώρησα πως ήταν σκωτσέζικη γκάιντα, εφάρμοζαν άψογα με την συνολική ατμόσφαιρα του έργου.  Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Γιώργου Χατζηνικολάου ήταν η απόλυτη απεικόνιση στην σκηνή μιας χαρακτηριστικής εικόνας καντίνας σε μια ελληνική παραλία.
Η ελληνική κοινωνία, παρόλο που δεν βρισκόταν κανείς άλλος επί σκηνής εκτός από τους 3 ηθοποιούς, ήταν αισθητά παρούσα κάθε στιγμή. Μέσα από τα κιάλια της Χαρούλας, έβλεπα όλο το χωριό, τους αστυνομικούς που έκαναν τις έρευνες, τους ξένους τουρίστες, τα σκυλιά, όλους…  

    


Από τα πρώτα λεπτά τις παράστασης, όλες οι αρνητικές σκέψεις κι έννοιες, είχαν εξαφανιστεί. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο πέρα από τη σκηνή και το συναίσθημα.  Αυτός πρέπει να είναι ο ορισμός της τέχνης, της κάθαρσης, της ανάτασης ψυχής. Γι’ αυτό κάνουμε θέατρο, γι’ αυτό βλέπουμε θέατρο.    


  

Wednesday, March 29, 2017

Κριτική της παράστασης "Το στρίψιμο της βίδας"



Είναι πρώτη φορά που παρακολουθώ ψυχολογικό θρίλερ στο θέατρο, και, μπορώ να πω ότι δεν απογοητεύτηκα καθόλου, απεναντίας.



Η διασκευή του έργου του Henry James, όπως και η σκηνοθεσία αλλά και η μουσική επιμέλεια, έγιναν από τον Δημοσθένη Παπαδόπουλο, με αρκετή επιτυχία, μπορώ να πω. Τα λιτά και προσίδια σκηνικά αντικείμενα του Σταύρου Λίτινα, προσέθεταν στην συνολική ατμόσφαιρα που απαιτούσε η σύλληψη του σκηνοθέτη, μεταφέροντας μας έξοχα άλλοτε στο εσωτερικό κι άλλοτε στο εξωτερικό του επιβλητικού πύργου, σε συνδυασμό με τα επιβλητικά κοστούμια της Ηλένιας Δουλαρίδη, τα οποία καθόριζαν ευδιάκριτα τις εναλλαγές των ρόλων. Η επιμέλεια των βίντεο της Στεφανίας Βλάχου λειτούργησε επίσης καθοριστικά, με αποκορύφωμα την χιτσκοκική στιγμή με τα πουλιά, ωστόσο, σε κάποιες στιγμές, πλησίασε την υπερβολή. Οι ερμηνείες, τόσο του Ιάσωνα Παπαματθαίου, όσο και της Θάλειας Ματίκα, ήταν καθηλωτικές, και απόλυτα πειστικές, χαρτογραφώντας τις συναισθηματικές εκφάνσεις των χαρακτήρων μεστά και με χειρουργική ακρίβεια. Ωστόσο, η Θάλεια Ματίκα είχε και κάποιες υπερβολές στις εξάρσεις της ηρωίδας, χωρίς όμως να γίνεται κουραστική.  Ο Ιάσων Παπαματθαίου, πάντως, εξαιρετικά εύστοχος σε κάθε αιχμηρό του βλέμμα, χωρίς να χρησιμοποιεί καν άλλα εκφραστικά μέσα, με έπεισε απόλυτα μέσα από μια πυκνή ερμηνευτική επάρκεια.




Το δυνατότερο στοιχείο της παράστασης, κατ’ εμέ, ήταν οι φωτιστικές επιλογές του σκηνοθέτη, αφού το μεγαλύτερο μέρος της πραγματοποιήθηκε υπό το φως των κεριών, αναδίδοντας μια απόλυτα κινηματογραφική ατμόσφαιρα. Επίσης εξαιρετική ήταν και η ιδέα με τις κουρτίνες και το φως, που προσομοίαζε ένα τρομακτικό θέατρο σκιών.   

Tuesday, March 28, 2017

Κριτική της παράστασης "Πιάνω παπούτσι πάνω στο πιάνο"

http://www.theatromania.gr/kritiki-gia-tin-parastasi-piano-papoutsi-pano-sto-piano/

Πηγαίνοντας στο θέατρο Πόρτα, γνωρίζεις ήδη ότι θα δεις κάτι αξιόλογο, και, αν μη τι άλλο, ποιοτικό. Η Ξένια Καλογεροπούλου μας έχει συνηθίσει σε παιδικές παραστάσεις ιδανικές και για ενήλικες. Την παράσταση «Ποιος είναι ο Δρ. Κόρτσακ» νομίζω πως δεν θα την ξεπεράσω ποτέ. Ωστόσο, δεν ήμουν προετοιμασμένη για όλο αυτό που μας περίμενε επί σκηνής. Πρώτη φορά βλέπω κοινό να χαμογελάει σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, αλλά και να γελάει με την ψυχή του στο μεγαλύτερο μέρος της! Ψυχαγωγία για όλη την οικογένεια, με όλη τη σημασία της λέξης…



Η παράσταση, η οποία ξεκινά από την ιστορία της Σταχτοπούτας, διαδραματίζεται πάνω και κάτω από ένα πιάνο, διαχωρίζοντας το «πάνω» από το «κάτω» κοινωνικά και ταξικά: η Σταχτοπούτα δεν επιτρέπεται να «ανέβει», όπως κι ο πρίγκιπας νομίζει πως είναι τρομερά δύσκολο να «κατέβει».  Η σκηνοθετική αυτή προσέγγιση της Σοφίας Πάσχου ευφάνταστη και συμβολική, που με λιτά σκηνοθετικά μέσα κατορθώνει να ζωντανέψει στη σκηνή δύο διαφορετικούς κόσμους και τάξεις πραγμάτων, κατανοητούς κι ευδιάκριτους σε μεγάλους και παιδιά. Τα κοστούμια της Κλερ Μπρέισγουελ, απλά και πολύχρωμα, μεταμόρφωναν απόλυτα πειστικά, και με απλές και γρήγορες κινήσεις  τους ήρωες άλλοτε σε γυναίκες κι άλλοτε σε νεράιδες. Οι φωτισμοί του Αλέξανδρου Αλεξάνδρου ολοκλήρωναν άψογα τις επιδιώξεις της σκηνοθέτιδας. Η μουσική σύνθεση του Κορνήλιου Σελαμσή, σε συνδυασμό με την μουσική του Βασίλη Παναγιωτόπουλου, έδεναν αρμονικά με όλο αυτό το μοναδικό σκηνοθετικό σύνολο.   



Ο πιο γερός άσσος, μιας που σε αυτό στηρίζεται όλο το έργο, είναι οι ερμηνείες όλης της ομάδας Patari Project (Γιάννη Γιαννούλη, Θεοδόση Κώνστα, Θάνο Λέκκα, Κατερίνα Μαυρογεώργη, Αλέξανδρο Χρυσανθόπουλο, Αποστόλη Ψυχράμη) οι οποίοι με πλούσια υποκριτικά μέσα μεταμορφώνονται «μαγικά» σε δέντρα, πρίγκιπες, βασίλισσες, νεράιδες, πηγές, ακόμη και στην μηχανή αναζήτησης της google!!
Μια μοναδική εμπειρία που πρέπει να βιώσουν όλοι οι θεατές, μεγάλοι και μικροί, ανεπιφύλακτα!






Κριτική της παράστασης "Για μια ανάσα"


Ένα έργο πολυεπίπεδο και ανατρεπτικό. Μια έντονα κριτική ματιά στον σύγχρονο κόσμο.  Η απόλυτη θραύση κάθε βεβαιότητας, συλλογικής και ατομικής. Μια πανταχού παρούσα ρευστότητα όπου τα πάντα μπορούν ανά πάσα στιγμή να ανατραπούν σε μια εποχή σκοτεινή, μεταβατική και απρόβλεπτη. Οι ζωές μας στενά συνδεδεμένες με αυτό που συμβαίνει συνολικά γύρω μας. Η Άννα (Ελένη Ράντου) έχει μια ενδιαφέρουσα διαδρομή. Η εξέλιξή της προδιαγράφεται λαμπρή μέσα από μια πανεπιστημιακή σταδιοδρομία.  Η αδερφή της, Η Σόφι, (Ελένη Ουζουνίδου) την θαυμάζει και είναι πάντα δίπλα της. Η κανονικότητα θα ανατραπεί όταν το κακό και το αναπάντεχο θα εισβάλλει στη ζωή της με την μορφή του Φέλις (Αντώνης Καρυστινός), παραπέμποντας ευθέως στον Φάουστ, του Γκαίτε, και θα συμπαρασύρει και τη Σόφι. Η συναρπαστική πλοκή θίγει όλα τα θεμελιώδη υπαρξιακά ζητήματα: οι ερωτικές και συναισθηματικές σχέσεις, η δυνατότητα συναισθηματικής προσέγγισης των ανθρώπων, η νοοτροπία και η στάση των δύο φύλων στον έρωτα και τη σεξουαλικότητα και η αναζήτηση της λύτρωσης. Ίσως μια προτροπή ότι πρέπει πλέον να αντικρύσουμε αυτό το άγνωστο που βασανιστικά αναδύεται γύρω μας με μια διαφορετική ματιά. Η αποδόμηση και η κατάρρευση του πολιτισμένου κόσμου, της ίδιας της Ευρώπης, είναι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Τα πάντα καταρρέουν. Η οικονομία, οι κανόνες και οι θεσμοί, η αλληλεγγύη και τα ίδια τα ρούχα και η όψη των πρωταγωνιστών. Η κοινωνία μετατρέπεται σε ζούγκλα. Ο καθένας μόνος του εναντίον όλων. Η εκμετάλλευση παντού. Η φυγή παρουσιάζεται ως η αναγκαστική λύση. Με κάθε μέσο και κάθε αντίτιμο. Ευρηματικότατη η αντιστροφή της πορείας. Όχι προς την Ευρώπη, αλλά από την Ευρώπη. Απέναντι στην Αλεξάνδρεια, μια πόλη με μεγάλο πολιτισμικό και συμβολικό φορτίο. Στον αντίποδα του Καβάφη, η πρωταγωνίστρια θα βρει επιτέλους τη δική της ανάσα;
   
Γεράσιμος Γεωργάτος, Από το πρόγραμμα της παράστασης



Η απόδοση και προσαρμογή του κειμένου από την Ελένη Ράντου ήταν κάτι παραπάνω από αριστοτεχνική, σε ένα έτσι κι αλλιώς, αριστουργηματικό κείμενο.  Η σκηνοθετική προσέγγιση του Σταμάτη Φασουλή, πλαισίωνε διακριτικά τον άσσο της παράστασης, δηλ το ίδιο το κείμενο, χωρίς να αφαιρεί, αλλά ούτε και να προσθέτει κάτι σε αυτό. Τα νέον πλαίσια πλαισίωναν  όσο και φώτιζαν τα πρόσωπα του έργου. Τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη ακολουθούσαν κι αυτά την φθίνουσα πορεία των χαρακτήρων, αλλά και της ίδιας της κοινωνίας, όπως αυτή σκιαγραφείται μέσα από το ίδιο το κείμενο, ξεκινώντας από ταγέρ και καταλήγοντας σε ρακένδυτα αποφόρια.  Οι διακριτικές φωτιστικές επιλογές του Σάκη Μπιρμπίλη, ομοίως πλαισίωναν αρμονικά την περιρρέουσα ατμόσφαιρα του έργου. Η μουσικές επιλογές της Nalyssa Green άγγιζαν, επίσης διακριτικά, τα λιγότερο ευανάγνωστα σημεία του κειμένου, φωτίζοντας απαλά κάποιες καίριες στιγμές του έργου. Η κινησιολογική διδασκαλία του Χρήστου Παπαδόπουλου απέδωσε καρπούς, χαρτογραφώντας κάθε κρυφή πτυχή των χαρακτήρων, μιας που πάνω σε αυτό βασίζεται η απόδοση αυτών και των ευρέων συναισθηματικών τους διακυμάνσεων. Τα κοινωνικά συμφραζόμενα του σήμερα ήταν πασίδηλα κάθε στιγμή, άρωντας εικόνες από τη μνήμη του θεατή και επανατοποθετώντας τες επί σκηνής, επαναπροσδιορίζοντας βιώματα και εμπειρίες της καθημερινής αλήθειας, στην οποία εν τέλει δεν υπάρχει καταφύγιο μέσα στην αιχμηρή πραγματικότητα, ο απόηχος της οποίας εύστοχα τοποθετείται μπροστά στα μάτια του ανυποψίαστου κοινού.



Το άρωμα των καθηλωτικών ερμηνειών αποτυπώνεται μέσα από τις συγκλονιστικές στιγμές της Ελένης Ράντου, οι οποίες πραγματικά σου έκοβαν την ανάσα, με γοργές εναλλαγές από το κωμικό στο δραματικό και ξανά πίσω, που όμοιές τους δεν έχω ξαναβιώσει σε αθηναϊκή σκηνή. Μεστή και ακριβέστατη ήταν και η ερμηνεία της Ελένης Ουζουνίδου, ως τραγική φιγούρα που συμπαρασύρεται από τη δίνη της τραγικότητας της αδερφής της. Ο Ηλίας Μελέτης, παρ’ όλη την σύντομη παρουσία του επί σκηνής, καταφέρνει με λιτά αλλά εξαιρετικά υποκριτικά μέσα, να κερδίσει τις εντυπώσεις με άψογη ερμηνευτική επάρκεια.Η αισθηματική δοτικότητα δε βρίσκει πλέον αποδέκτη, σε μια αφόρητα δυσβάσταχτη και ζοφερή πραγματικότητα, ο απόηχος της οποίας ηχεί στο νου μου ακόμη και σήμερα, αρκετές μέρες μετά την παράσταση. Πόσοι άλλωστε δεν έχουν εκδιωχθεί από το άλλοτε ανέστιο βασίλειο του έρωτα;    
Εν κατακλείδι, δεν είμαι καθόλου σίγουρη εάν ο Φέλις ήταν εν τέλει δαίμονας ή όχι, ή μήπως τελικά αντιπροσωπεύει τον προσωπικό δαίμονά μας και πρέπει εμείς στο τέλος να αναμετρηθούμε μαζί του…    



Από το χάος γεννήθηκε ο έρωτας, αφηγείται η αρχαία ελληνική μυθολογία. Μια δύναμη που συνέχει και συνεπαίρνει τα πάντα. Είναι όμως δύναμη της τάξης ή της αταξίας; Σίγουρα είναι δύναμη της έλξης των αντιθέτων. Άρρεν – θήλυ, κατά τον Ηράκλειτο, σύζευξη των βιολογικά αντιθέτων. Αλλά και η σύζευξη για την απόδραση από το κενό και την αμηχανία του θανάτου για ομόφυλους και ετερόφυλους. Για την υπέρβασή του, για να θριαμβεύσει η ζωή με όλη της την ένταση. Είναι το πάθος για την αρχέγονη ένωση και ολοκλήρωση, να γίνεις ένα με τον άλλο, να του δίνεις και να σου δίνει σε μια διαρκή ενότητα, επικοινωνία και ανταλλαγή. Και αν οι επιθυμίες δεν συγκλίνουν, αν είναι αντίρροπες; Τότε εισβάλλει ο δόλιος και ραδιούργος δαίμονας. Ο άλλος δεν υπάρχει ως ολοκληρωμένη οντότητα. Υπάρχουν μόνο επιμέρους πλευρές του για την ικανοποίηση πρωταρχικών ενστίκτων και επιθυμιών. Ο άλλος μετατρέπεται σε αντικείμενο χρήσης. Χειραγωγείται. Όμως ο δαίμονας και η πανουργία του κρύβονται μέσα μας. Η κόλαση δεν είναι ο άλλος. Είναι ο εαυτός μας. Είναι οι ρηγματώσεις στην ψυχοδομή μας που αφήνουν ανοικτή την πόρτα στο κακό να εισβάλλει μέσα μας και να μετατρέψει τον έρωτα σε οδύνη, σε δύναμη αυτοδιάλυσης και αποδόμησης. Μέχρι να στρέψουμε το βλέμμα μας στον εσωτερικό εαυτό μας, αποφασισμένοι να αντιμετωπίσουμε τους δικούς μας δαίμονες. Να επανατοποθετηθούμε, να επαναοριοθετηθούμε, και να πάρουμε μια βαθιά ανάσα για μια νέα αρχή. Μια διαδρομή πραγματικά κολασμένη…  
  
Γεράσιμος Γεωργάτος, Από το πρόγραμμα της παράστασης

«Μαθαίνουμε τον εαυτό μας μέσα από τους άλλους» Ζ. Π. Σάρτρ





Monday, March 20, 2017

Κριτική της παράστασης "Πνεύμονες"

http://www.theatromania.gr/kritiki-gia-tin-parastasi-pnevmones/

Τελικά, έχω με βεβαιότητα καταλήξει ότι δεν είμαι «φαν» των υπερπαραγωγών, με grande σκηνικά, κοστούμια και χορευτικά. Ο Ντάνκαν Μακ Μίλαν, επικεντρώνεται στην ουσία του θεάτρου διερευνώντας τη θεατρική γραφή, απογυμνωμένη από υποδείξεις: «Το έργο γράφτηκε για να παιχτεί σε άδεια σκηνή. Δεν υπάρχουν σκηνικά, δεν υπάρχουν έπιπλα, ούτε φροντιστήριο, ούτε παντομίμα. Δεν υπάρχουν αλλαγές κοστουμιών. Το φως και ο ήχος δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν αλλαγή στον χρόνο ή στον χώρο». Ένα τέτοιο θέατρο είχα τη χαρά να παρακολουθήσω στον πολύ ζεστό και φιλικό χώρο του Tempus Verum Εν Αθήναις, όπου είχαμε και την ευχαρίστηση να απολαύσουμε το έργο πίνοντας την ωραιότατη σπιτική τους sangria, που παρασκεύαζαν την ίδια στιγμή, και άξιζε απόλυτα την (μικρή) αναμονή. Όμορφος χώρος, καλό κρασί και υπέροχη παράσταση, το τρίπτυχο της επιτυχίας.



Η παράσταση ξεκινά και τα φώτα δεν σβήνουν ποτέ: είμαστε ένα, κοινό και ηθοποιοί. Το σκηνικό, του Μιχάλη Σαπλαούρα, ως σύμβολο, ένας γκρι τάπητας σε κομμάτια, όπου στήνεται αρχικά κομμάτι – κομμάτι, όπως και η ζωή των νεαρών ηρώων, για να «ξεστηθεί» εν τέλει στο τέλος του έργου.



Η Βάσω Καβαλιεράτου παίρνει λίγο περισσότερο την παράσταση πάνω της, κλέβοντας ελάχιστα τις εντυπώσεις από την συμπρωταγωνιστή της, Αποστόλη Τότσικα, σε μια εξαίρετη εκφορά του λόγου, εκφωνώντας σχεδόν με μιαν ανάσα ένα σημαντικό μέρος του κειμένου, αξιοποιώντας στο έπακρο αμφότεροι όλα τα εκφραστικά τους μέσα, σώμα και λόγο, υπό την κινησιολογική καθοδήγηση του Δημήτρη Λάλου. Πυκνές, ακριβείς και εύστοχες και οι δύο ερμηνείες, αναδεικνύοντας οικείες και αναγνωρίσιμες καταστάσεις που δημιουργούνται στη σκηνή και αρύονται εικόνες και εμπειρίες της καθημερινής αλήθειας, μέσα από εύλογα συμπεράσματα και απλούς προβληματισμούς, στις οποίες εν τέλει καταφεύγει πιο εύκολα ο θεατής, μέσα από την ταύτιση και τελικά την τέρψη μέσω της κάθαρσης, κάνοντας το οποιοδήποτε σκηνικό να φαντάζει τελικά περιττό. Τα κοστούμια, επίσης του Μιχάλη Σαπλαούρα, απλή, καθημερινή ενδυμασία δύο νέων, και η ευρηματική χρήση ενός unisex καρό πουκαμίσου, το οποίο κατά τη διάρκεια της παράστασης μεταμορφώνεται εύχρηστα σε ομπρέλα, πετσέτα και σκέπασμα. Οι μπρεχτικοί φωτισμοί του Περικλή Μαθιέλη, απλά φώτιζαν όσα έπρεπε να δούμε, χωρίς να υποδηλώνουν οποιαδήποτε αλλαγή.



Εν κατακλείδι, η παράσταση αυτή σημειολογικά αποτελεί ότι αρτιότερο έχουμε δει στην σκηνή κατά τη διάρκεια αυτής της θεατρικής σεζόν. 


Friday, March 17, 2017

Κριτική της παράστασης "Καλιγούλας"



 Στα θεατρικά έργα του Καμύ, η δραματουργική κατάληξη των δραματικών προσώπων είναι ο σπαραγμός. Ο Καλιγούλας είναι ένα γνήσιο παράδειγμα Διονυσιακού αρχέτυπου, το οποίο επιδιώκει την απόλυτη ελευθερία και την κατάκτηση της αθανασίας. Κατά τον Καμύ, η έννοια του παραλόγου συνιστάται σε αυτήν ακριβώς την ενσυνείδητη ματαιοπονία του ανθρώπου, ενώ ο αγώνας διαφυγής από το παράλογο ορίζεται από τα είδη του σπαραγμού που τον ερμηνεύουν. Η φιλοσοφία, λοιπόν, του έργου, ξεκινά από τη βαθειά γνώση του Καμύ για τα διδάγματα της Διονυσιακής θρησκείας και την πλούσια σημασία των συμβόλων αυτής. Ο θάνατος της αδερφής και ερωμένης Δροσίλλας προξενεί το σπαραγμό του Καλιγούλα, και με αυτή την αφετηρία μιας σειράς εξωτερικών τελετουργικών σπαραγμών, όπου τα εξιλαστήρια θύματα προδικάζουν τον δικό του θάνατο στην τελευταία πράξη του έργου. Η σελήνη, η Διονυσιακή μητέρα, όπως για τον αρχαίο θεό εξασφάλιζε την αθανασία, έτσι κι ο Ρωμαίος αυτοκράτορας οραματίζεται μια σεληνιακή αρμονία ως διάδοχο των αιματηρών θυσιών. Ως κυρίαρχο σύμβολο την μεταχειρίζεται και η σκηνοθέτης στην σκηνή. Παράλληλα με αυτή, η ύπαρξη του καθρέφτη, σύμβολο λατρείας του Διόνυσου, αποτελεί έμμονη ιδέα για τον Καλιγούλα. Η παρουσία του καθρέφτη στη σκηνή, αρχικά ενοχλεί τον Καλιγούλα και στο τέλος τον τρελαίνει, καθώς η ύπαρξη του ειδώλου παρεμποδίζει την ένωσή του με το σύμπαν.Τον σπαραγμό οραματίζεται ο αυτοκράτορας από την πρώτη πράξη του έργου και τον προετοιμάζει στην Τρίτη πράξη, όπου εμφανίζεται ως Αφροδίτη.

Μ. Κουτσουδάκη, Το Διονυσιακό Θέατρο του Αλμπέρ Καμύ, «Η Λέξη», τεύχος 69-70, 1987, σελ. 1018-1025  



Στο ξεκίνημα της παράστασης, οι ερμηνείες σου άφηναν την αίσθηση ότι οι ηθοποιοί αισθάνονταν μια αβεβαιότητα, κάτι που ευτυχώς ξεπεράστηκε πολύ γρήγορα. Από τις ερμηνείες, ξεχωρίζω αυτή την μεστή και ακριβή του Ιερώνυμου Καλετσάνου, ο οποίος με κέρδισε, όπως άλλωστε συνέβη και στον Άμλετ.
Η σκηνική επιλογή του καθρέφτη, αλλά και της οθόνης, υπερτόνιζε της διαστρέβλωση της πραγματικότητας και της μοναξιάς, αποδεικνύοντας ότι το σκηνοθετικό σχέδιο απέδωσε καρπούς. Η μεταστροφή του Σκιπίωνα μετά τον φόνο, όπου μεταστρέφει το μαχαίρι σε παρήγορο χάδι στον ώμο, ερμήνευσε με απλό και πειστικό τρόπο μια σκηνή που διαφορετικά θα μπορούσε να χαθεί στο περιθώριο.



Η άρτια χρήση των φωτισμών του Αλέκου Γιάνναρου απέδωσε στο έπακρο την ατμόσφαιρα του έργου, μεταμορφώνοντας σε πολλές στιγμές εύστοχα τη σκηνή σε ένα απόλυτα κινηματογραφικό background, ειδικότερα με την προβολή της σελήνης στο πίσω μέρος της σκηνής. Το απόλυτο και ευφυές τσαλάκωμα του ήρωα μεταμορφώνοντάς τον σε Αφροδίτη επί σκηνής, ειδικότερα τη στιγμή του χορού μέσα από τα πέπλα, όπου με λιτά υποκριτικά μέσα μας θυμίζει ότι ο ίμερος σβήνει σαν την σελήνη. Η σκηνή του βαψίματος των νυχιών, κωμικά κι ευφάνταστα, αναδεικνύει το πρότυπο του θηλυπρεπή νεανία Διονύσου, μέσα από τις κινησιολογικές οδηγίες του Νίκου Δραγώνα. Η στυλιζαρισμένη κίνηση του δείκτη του Καλλιγούλα, μου θύμισε αυτήν του Ριχάρδου Β’, όπου υποτάσσει τους πάντες με μια απλή και σύντομη κίνηση του χεριού. Γρήγορα, λιτά κι ευφάνταστα στήθηκε επίσης και η σκηνή του τραπεζιού.



Η μουσική του Blaine Reininger αποτελεί το μεγάλο ατού της παράστασης, με τη στιγμή του τραγουδιού να μπορεί να χαρακτηριστεί ακόμη και μυστικιστική. Ωστόσο, όταν ο Καλλιγούλας κρούει το γκονγκ, το οποίο υπερκαλύπτει τον ήχο της φωνής του, ήταν μια μάλλον άτυχη επιλογή ηχητικού μέσου.



Τα ουδέτερα χρώματα των αρχικών κοστουμιών της Μαρίνας Χατζηλουκά, λευκό, κόκκινο, γκρι, μαζί με το επιβλητικό μαύρο στη συνέχεια, αποσαφηνίζουν τη διαχρονική κλίμακα, αποφεύγοντας τον κίνδυνο εξηγήσεων.
Τα σκηνικά του Πάρη Μέξη χαρτογραφούν κι αυτά από την πλευρά τους τον διονυσιακό μαρασμό του ήρωα και τα λιγότερο ευανάγνωστα σημεία του κειμένου.



Ένα συνολικό αποτέλεσμα που άγγιξε τα σημεία της απαρχής της ανθρώπινης ζωής, υπό την σκηνοθετική μπαγκέτα της Αλίκης Δανέζη – Κνούτσεν, αφήνοντάς μας μια γλυκερή επίγευση.

Ο όρος ‘παράλογο’ απέκτησε άλλη σημασία από όταν ο Αλμπέρ Καμύ μας έμαθε να διακρίνουμε παραδοξότητα σε πράξεις που πριν εκλαμβάνονταν σοβαρά…




























Monday, February 27, 2017

Κριτική για το "1984" από Τζούλια Κόγγου και Μαρινέλλα Φρουζάκη


http://www.theatromania.gr/kritiki-tis-parastasis-1984/

Είναι η δεύτερη φορά που το αθηναϊκό κοινό παρακολουθεί σε θεατρική διασκευή το 1984 του Τζ. Όργουελ. Η πρώτη παρουσιάστηκε από την ομάδα Actors' Gang στο θέατρο Ιλίσια-Ντενίση τον Μάιο του 2006 σε σκηνοθεσία του Τιμ Ρόμπινς και σε θεατρική προσαρμογή του Μάικλ Τζιν Σάλιβαν. Η δεύτερη παρουσιάζεται - δέκα χρόνια μετά - από το Δεκέμβριο του 2016 στο θέατρο Βασιλάκου σε σκηνοθεσία της Κ. Ευαγγελάτου. Συγκρίνοντάς τες, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η δεύτερη, αυτή, διασκευή των Ρόμπερτ Αϊκι και Ντάνκαν Μακμίλαν, δραματουργικά, είναι πιο λιτή συρρικνώνοντας πολλά από τα στοιχεία του οργουελικού σύμπαντος όπως π.χ. την ερωτική σχέση ως πηγή ανατρεπτικότητας και ανυπακοής. Λειτουργεί, όμως, καλύτερα στο θεατρικό χώρο συνδυαστικά με την ιδιαίτερη οπτική ματιά των Αϊκι –Μακμίλαν δηλαδή εκείνη της αφήγησης και της διττότητας της σκέψης.

Το 1984 αφηγείται την προσωπική ιστορία του Ουίνστον Σμιθ που θέλησε να αντιταχθεί στον απολυταρχισμό μιας εποχής όπου δέσποζε η μορφή του «Μεγάλου Αδελφού» και ότι αυτό συνεπαγόταν. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια μελλοντική για τον συγγραφέα εποχή, όχι όμως και για μας που μάλλον – αξιολογώντας τα ελληνικά δεδομένα - τελικά το 1984 βρισκόταν μεταξύ 2006 και 2016.

Πρωταγωνιστής στην παράσταση είναι αδιαμφισβήτητα ο λόγος και το ύφος του κειμένου παρά τη δυναμική παρουσία των διακεκριμένων ηθοποιών ενώ δεν αφήνει πολλά περιθώρια σκηνοθετικών πρωτοβουλιών. Η Κ.Ευαγγελάτου παραμένει πιστή στο οργουελικό κόσμο όπου οι έννοιες της ανελευθερίας, καταπίεσης, ελέγχου της ανθρώπινης σκέψης και δράσης συνοψίζονται μέσα από τους απόκοσμους διαφανείς θαλάμους κάτω από «εκκωφαντικούς» θορύβους και φωτισμούς, που κραυγάζουν την απολυταρχική φωνή της εξουσίας σε παραλληλισμό με την αδυναμία της ανθρώπινης ύπαρξης. Η εύρυθμη εξέλιξη της ιστορίας μέχρι και την στιγμή των βασανιστηρίων δεν αφήνει περιθώρια κούρασης, ενώ οι σκηνές βίας – παρά την ωμότητα και αναλογικά τη μεγάλη χρονικά έκταση – δημιουργούν τελικά μια καθηλωτική ατμόσφαιρα.

Οι τρεις βασικοί χαρακτήρες υπηρετούν το οργουελικό σύμπαν και εναρμονίζονται στο ύφος και την σκηνοθετική γραμμή. Συγκεκριμένα, ο Αργύρης Πανταζάρας ως Ουίνστον Σμιθ προσεγγίζει τον χαρακτήρα του με λεπτομέρεια και συνέπεια ανταποκρινόμενος στις απαιτήσεις του δύσκολου ρόλου. Ο Νίκος Κουρής, ως Ο’ Μπράιεν, φέρει την κυνικότητα εκείνου που ελέγχει και κατευθύνει μια κατάσταση. Η Λένα Δροσάκη, ως Τζούλια ή ως Εύα με την πορσελάνινη μορφή της μαγεύει, αποπλανεί ενώ λίγο μετά συμβιβάζεται. Οι δευτερεύοντες ρόλοι δίνουν ξεχωριστή χροιά στην ατμόσφαιρα του έργου εμπλουτίζοντας την.

Σκηνογραφικά, η μινιμαλιστική σύλληψη ανταποκρίνεται επαρκώς στις οργουελικές απαιτήσεις παρόλο που η διαμόρφωση και εναλλαγή των χώρων σε συνδυασμό με τη κινησιολογία των ηθοποιών δεν είναι πάντοτε καθαρή. Τα υπόλοιπα στοιχεία όπως π.χ. τα κοστούμια, το μακιγιάζ, οι κομμώσεις κλπ φωτίζουν με δεινότητα τις διαφορετικές πτυχές του έργου.


Thursday, February 2, 2017

Κριτική της παράστασης 1984

Προσπαθώ εδώ και μέρες, χωρίς αποτέλεσμα, να αποκωδικοποιήσω την αίσθηση που μου άφησε αυτή η παράσταση. Το μόνο σίγουρο είναι ότι  την έχω κατατάξει στα αριστοτεχνήματα της σεζόν.
Η προσέγγιση της  Κατερίνας Ευαγγελάτου έμοιαζε βγαλμένη από το μυαλό του Ώργουελ, νομίζω κάπως έτσι θα το φανταζόταν καθώς έγραφε το βιβλίο… Εγώ πάντως σίγουρα  έτσι το είχα εικονοποιήσει όταν το διάβασα, μόνο που η σύλληψη της Ευαγγελάτου ήταν ακόμη καλύτερη!!!   Σκηνικά (Εύα Μανιδάκη), οθόνες, βίντεο (Στάθης Αθανασίου), ήχος (Νικόλας Καζάζης)και φως (Νίκος Βλασόπουλος), δράση σε πολλαπλά επίπεδα, όλα έδεναν άψογα μεταξύ τους δημιουργώντας ένα ευφάνταστο εκπληκτικό σύνολο, σε μια μινιμαλιστική industrial σκηνοθετική σύλληψη, την οποία απογείωσαν τα ειδικά εφέ (ειδικά την ανυπέρβλητη σκηνή του ηλεκτροσόκ) των αδερφών Αλαχούζων. Τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα, το μακιγιάζ της Εύης Ζαφειροπούλου, οι κομμώσεις των Talkin’ Heads και οι ειδικές κατασκευές του Μπάμπη Κατσιμίχα για τα προσίδια και μόνο απολύτως αναγκαία σκηνικά αντικείμενα, σε συνδυασμό με την μουσική επένδυση του Βύρωνα Κατρίτση και τη μουσική διδασκαλία της Αλεξάνδρας Λέρτα, φώτισαν με δεινότητα τις πολλαπλές πτυχές του έργου. Οι γοργοί ρυθμοί με τους οποίους εναλλάσσονταν οι εικόνες αποτέλεσαν τον πολύτιμο αρωγό σε αυτό το μικρό «θαύμα» που μας χάρισε η φετινή θεατρική σεζόν. Οι σκηνές των βασανιστηρίων, όπως και οι σεξουαλικές σκηνές το έργου, αναπαραστάθηκαν με χειρουργική ακρίβεια και ιδανική αναλογία ωμότητας, δημιουργώντας μια καθηλωτική ατμόσφαιρα με επαρκή αίσθηση ρεαλισμού, χωρίς ίχνος φόβου ή αισχρότητας. Προσωπικά, με γοήτευσαν ιδιαίτερα οι «αφηγηματικές» σκηνές που διαδραματίζονταν «πίσω» και τις βλέπαμε «θολές» μέσα από την οθόνη, παραπέμποντας στην αφήγηση.  Εξαιρετική επίσης και η «κατεδάφιση» του δωματίου κατά τη σύλληψη των Τζούλια και Ουίνστον.



 Ένας γερός άσσος στο μανίκι της σκηνοθέτιδας ήταν σαφώς και το πολύ δυνατό καστ. Θεωρώ ότι ο Αργύρης Πανταζάρας αφήνει πλέον, το δικό του προσωπικό στίγμα σε κάθε ερμηνεία του. Ως Ουίνστον Σμιθ, ήταν κάτι παραπάνω από εύστοχος. Η ερμηνεία του τη στιγμή των βασανιστηρίων, αλλά και σε όλη τη διάρκεια του έργου, ήταν τόσο ρεαλιστική, καθηλωτική αλλά και πειστική, που σε έκανε να απορείς πως  κατάφερνε στο τέλος να στέκεται όρθιος, αναδεικνύοντας μια «ψίχα» άκρως θεατρική.



Ο Νίκος Κουρής, ως Ο’ Μπράιεν, με «ελατήρια» την κυνική και ψυχρή εκφορά του λόγου και την χροιά της φωνής του, μας χάρισε μια νηφάλια και καθηλωτική αφήγηση του ωργουελικού  χαρακτήρα, τονίζοντας όλες τις ψυχογραφικές επιδιώξεις της  σκηνοθετικής οπτικςή της Κατερίνας  Ευαγγελάτου.
Η Λένα Δροσάκη, ως Τζούλια,  σε κέρδιζε  με τον συναισθηματικό και υποκριτικό της πλούτο που απέρρεε σε κάθε στιγμή της ερμηνείας της.




Η διασκευή αυτή των Ρόμπερτ  Αϊκι και Ντάνκαν Μακμίλαν μέσα από μια ψυχρή και εφιαλτική οπτική σκοπιά που παίρνει σάρκα και οστά σε έναν απόκοσμο διαφανές θάλαμο, κάτω από «εκκωφαντικούς» θορύβους και φωτισμούς, που κραυγάζουν την απολυταρχική φωνή της εξουσίας σε παραλληλισμό με την αδυναμία της ανθρώπινης ύπαρξης, αφήνει τελικά μια πολύ θετική επίγευση. 


Friday, January 27, 2017

Κριτική της παράστασης "Το δέντρο του Οιδίποδα"

http://www.theatromania.gr/kritiki-gia-tin-parastasi-to-dentro-tou-idipoda/

Το Δέντρο του Οιδίποδα, το «αιμομικτικό» αυτό δέντρο, όπως αναφέρεται και στην ίδια την παράσταση, μας ταξιδεύει στις «ρίζες» του μύθου του γένους των Λαβδακιδών, συνοψίζοντας σε 2 περίπου ώρες την τριλογία του Σοφοκλή που προέρχεται από τον Θηβαϊκό κύκλο, «Οιδίπους Τύραννος», «Οιδίπους επί Κολωνώ» και «Αντιγόνη». Μολονότι τα «γεγονότα» της «Αντιγόνης» είναι μεταγενέστερα χρονολογικά από εκείνα των τραγωδιών για τον Οιδίποδα, η «Αντιγόνη» παρουσιάστηκε πριν από αυτές, πιθανότατα στα Μεγάλα Διονύσια του 441 π. Χ.

Από πού λοιπόν προερχόταν η κατάρα που καταδίκασε τη δυναστεία των Λαβδακιδών σ' αυτό τον τραγικό χαμό; Μόνο ένα έργο μπορεί να μας δώσει κάποιες απαντήσεις , γιατί φωτίζει το μακρινό παρελθόν της οικογένειας. Πρόκειται για την τριλογία του Ευριπίδη "Οινόμαος", "Χρύσιππος" και "Φοίνισσες". Το πρώτο στοιχείο για την προέλευση της κατάρας που μας δίνουν οι "Φοίνισσες" είναι παραπλανητικό. Ο Λάιος, πατέρας του Οιδίποδα, παράκουσε τη θέληση των θεών που είχε εκφράσει επίσημα ο Απόλλωνας και μάλιστα τρεις φορές ότι δεν έπρεπε να αποκτήσει παιδί. Ωστόσο, η θέληση των θεών δεν είναι απόλυτα δεσποτική. Μια περισσότερο πειστική απάντηση για την προέλευση της κατάρας πρεόρχεται από την τραγωδία «Χρύσιππος» . Ο Λάιος δεν έπρεπε να αποκτήσει παιδί, γιατί είχε προκαλέσει άθελά του τον θάνατο του Χρύσιππου, γιου του Πέλοπα, όταν ερωτεύτηκε το νεαρό αγόρι (δεν αναφέρονται οι συνθήκες του θανάτου του παιδιού που ίσως συνέβη κατά τη διάρκεια της αρπαγής του). Ο Πέλοπας τον καταράσθηκε ζητώντας από τους θεούς να μην αποκτήσει γιους ή να πεθάνει εξαιτίας των γιων του. Πάντως η ερμηνεία του αφανισμού της δυναστείας εξαιτίας ενός λάθους του Λάιου παραμένει ανεπαρκής, καθώς για τους αρχαίους Έλληνες ένας ακούσιος φόνος αυτού του είδους ανανεώνει απλώς μια παλαιότερη κατάρα, δεν προξενεί όμως την καταστροφή ολόκληρης οικογένειας Μια ένδειξη υποδηλώνει ότι για να βρούμε την αληθινή αιτία της κατάρας πρέπει να εξετάσουμε τους προγόνους του Λάιου: ο πατέρας του Λάβδακος (χωλός) έχει ένα όνομα που προλέγει την αναπηρία του εγγονού του. Από αυτόν πήρε το όνομά της ολόκληρη η δυναστεία: Λαβδακίδες.




Ένα συμπέρασμα είναι βέβαιο: οι Αθηναίοι του 5ου αι. π.Χ. ενδιαφέρονταν για τον μύθο του Οιδίποδα (έξι τραγωδίες από τις 31 που σώθηκαν), αλλά αυτό που τους ενδιέφερε ήταν διαφορετικό απ' ό,τι μας εντυπωσιάζει σήμερα. Τα έργα αυτά παρουσιάζουν διαφορετικές εκδοχές της ιστορίας του ήρωα (π.χ. άλλοτε επιζεί των γιων του και άλλοτε όχι), αλλά όλα συμφωνούν σε ένα σημείο, στον σημαντικό ρόλο της κατάρας που κληροδότησε ο πατέρας στους γιους του.




Στο Δέντρο του Οιδίποδα, λοιπόν, ξεκινάμε παρακολουθώντας τη ζωή του Κάδμου, μέσα από την εικαστική επιμέλεια της Βασιλικής Σύρμα και της ομάδας «Ιδέα», αλλά και την ζωντανή μουσική από τον Κώστα Γάκη σε πιάνο, κιθάρα και ξυλόφωνο, το οποίο μας παρέπεμπε σε μια άλλη, αθώα και παιδική εποχή με τον ήχο του. Εξαιρετική επίσης ήταν και η Νεφέλη Μαρκάτη με το βιολί της.
Η τεχνική της αιώρησης από τα υφάσματα αποτέλεσε ένα πολύ εντυπωσιακό στοιχείο, που εξυπηρετούσε διάφορους σκοπούς στη διάρκεια της παράστασης, κυρίως δίνοντας «σώμα» στη μεταφορά του «δέντρου», αλλά και διαμορφώνοντας αστραπιαία το δωμάτιο του Οιδίποδα και της Ιοκάστης, και ακόμη περισσότερο δίνοντας σάρκα και μορφή στον απαγχονισμό της αιωρούμενης τραγικής μορφής της Ιοκάστης ωστόσο, από κάποιο σημείο, έγινε ένα στοιχείο μόνο εντυπωσιασμού.




Η ομάδα ενσωμάτωσε με επίσης μοναδικό τρόπο στοιχεία του βωβού κινηματογράφου και της comedia dell’ arte, με γρήγορες μεταμφιέσεις και χαρακτηριστική μουσική, καθώς επίσης και τη χρήση της κόκκινης μύτης διακωμωδώντας, όμως με τον πιο σεβαστό τρόπο, το «αιμομικτικό» δέντρο. Με απαράμιλλο τρόπο λειτούργησε επίσης και η φωνή του Κώστα Γάκη, τόσο κατά τη διάρκεια, όσο και κατά την έναρξη της , ενδυναμώνοντας την ατμόσφαιρα της πλήρους συσκότισης. Ερμηνευτικά, θα ξεχωρίσω την ερμηνεία της Μαρίας Αργυρίδου, ως μια εξαιρετική Ιοκάστη, που μας μετέφερε απόλυτα τον εσωτερικό κραδασμό της ηρωίδας, όπως επίσης και τον εσωτερικό παλμό της Ευρυδίκης. Ο Γιώργος Βουρδούμης- Μαυρογένης ήταν πολύ καλός, όπως και η Αθηνά Μουστάκα σε μια πολύ εκφραστική ερμηνεία της Αντιγόνης. Η ερμηνεία του Κώστα Μπιμπή, στο κωμικό μέρος, θεωρώ ήταν λίγο «προκατασκευασμένη», προσπαθώντας να επαναλάβει την μορφή – καρικατούρα της παραμάνας της Ιουλιέτας, η οποία ήταν πράγματι ανυπέρβλητη, ωστόσο, η επανάληψή της, δεν ήταν και τόσο επιτυχημένη. Οι κρεμάστρες με τα κοστούμια στο τέλος του έργου παρέπεμπαν αρμονικά στα άδεια πλέον «κουφάρια» των ηρώων, και η χρήση του νερού ως στοιχείο «κάθαρσις» όπως και το χώμα που βρισκόταν διαρκώς στη σκηνή, και ως στοιχείο της σκηνής αλλά και ως σκηνικό αντικείμενο. Η σκηνή κατά τα άλλα ήταν λιτή, θα ήθελα ωστόσο να υπήρχε κάτι στο πίσω μέρος. Σε κάθε περίπτωση, έχουμε να κάνουμε για άλλη μια φορά με μία ακόμη πολύ καλή προσπάθεια της ομάδας Ιδέα.

Κριτική της παράστασης "'Αμλετ"

http://www.theatromania.gr/kritiki-gia-tin-parastasi-amlet/



Μια εξαιρετική παράσταση είχαμε τη χαρά να απολαύσουμε στον μοναδικό χώρο του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά από τον Γιάννη Κακλέα.
Η μουσική του Σταύρου Γασπαράτου σε συνδυασμό με τα σκηνικά του Μανόλη Παντελιδάκη και τους φωτισμούς του Αλέκου Γιάνναρου, ήταν καθηλωτικά και δημιουργούσαν μια μοναδικά σκοτεινή, επιβλητική, ελισαβετιανή ατμόσφαιρα. Τα κοστούμια της Ηλένιας Δουλαρίδη ήταν σύγχρονα και λιτά με στοιχεία που παρέπεμπαν μεν στην ατμόσφαιρα της εποχής, επισημαίνοντας δε, το εκσυγχρονιστικό στοιχείο της παράστασης. Τα βίντεο, ωστόσο, του Νίκου Δημητριάδη, δεν είχαν κάτι να προσθέσουν στο συνολικό κλίμα.


Καθηλωτικές ήταν οι ερμηνείες του Ιερώνυμου Καλετσάνου και την Ελένης Τοπαλίδου ως βασιλικού ζεύγους. Οι στυλιζαρισμένες κινήσεις σε αργή κίνηση, ειδικότερα τις στιγμές του σεξουαλικού συμβολισμού, που ήταν ακριβώς τόσο όσο έπρεπε προκλητικές, αποτέλεσαν την αποκορύφωση της σκηνοθετικής προσέγγισης του Κακλέα. Ωστόσο, μου έλειψε η ραδιούργα πλευρά της Γερτρούδης. Η μηχανική κινησιολογία της Αγγελικής Τρομπούκη λειτούργησε άψογα σε κάθε στιγμή της παράστασης. Η Ευγενία Δημητροπούλου ενώ ξεκίνησε ήπια, στο ξέσπασμα της στιγμής της τρέλας της Οφηλίας, έδωσε ρεσιτάλ ερμηνείας, καταφέρνοντας παρ’ όλ’ αυτά να μην γίνει υπερβολική. Η ερμηνεία του Κωνσταντίνου Ασπιώτη είχε αρκετές έντονες και δυνατές στιγμές, ωστόσο θεωρώ ότι η σκηνοθετική προσέγγιση του Κακλέα, όσον αφορά στον Αμλετ αποδυνάμωσε το στοιχείο της πρωτοτυπίας , καθώς τόσο ερμηνευτικά και κινησιολογικά όσο και στην εκφορά του λόγου του ο Ασπιώτης, θύμιζε έντονα την ερμηνεία του στο «Κουρδιστό Πορτοκάλι», κάτι που τόσο ευχάριστα πρωτόγνωρο μας φάνηκε τότε.




Ωστόσο, δεν παύει να αποτελεί μια εξαιρετική παρουσίαση του Άμλετ, πιστή στο κείμενο του Σαίξπηρ, βασισμένη στην πολύ καλή μετάφραση του Διονύση Καψάλη, αποπνέουσα την εποχή αναφοράς της με καίριες προβολές στο σήμερα.



Κριτική της παράστασης "Μαρκησία ντε Σαντ"


http://www.theatromania.gr/kritiki-gia-tin-parastasi-markisia-nte-sant/

Μπαίνοντας στην αίθουσα του θεάτρου Αργώ και κοιτάζοντας τη σκηνή, αναρωτήθηκα τι έχει να μας πει αυτή η ρετρό πολυθρόνα και η χρυσαφί κουρτίνα στο πάτωμα και το πίσω μέρος της σκηνής. Τελικά, πάρα πολλά, όπως σύντομα αποδείχτηκε...


Τα πρόσωπα του έργου:
Στο έργο παρακολουθούμε έξι γυναικείους χαρακτήρες του στενού οικογενειακού πυρήνα της Μαρκησίας: την μητέρα της, μαντάμ ντε Μοντρέιγ (Αλεξία Φάλλα), την αδερφή της, Αν Προσπέρ ντε Λωναί (Σίσσυ Ιγνατίδου), την ίδια (Δέσποινα Κολτσιδοπούλου), την υπηρέτριά τους Σαρλότ (Άλκηστις Βούλγαρη) και δύο αριστοκράτισσες, την κόμισσα ντε Σαιν Φον, (Χριστίνα Ράπτη)έναν θηλυκό Σαντ, και την θρησκόληπτη βαρόνη ντε Σιμιάν, (Μαρίνα Σωκράτη) οι οποίες διαδραματίζονται σε ένα σαλόνι και έναν κήπο του Παρισιού, σε τρεις πράξεις, μεταξύ 1772 και 1790. Όλη η δραματουργική ένταση βρίσκεται στην εξέλιξη των συναισθημάτων αυτών των γυναικών.


Λίγα λόγια για την υπόθεση*:
Τα τρομαχτικά εγκλήματα του Μαρκησίου ντε Σαντ βρίσκονται στο στόχαστρο της δικαιοσύνης κι εκείνος απειλείται με εκτέλεση. Η πεθερά του μαρκήσιου, η μαντάμ ντε Μοντρέιγ, καλεί την παιδική φίλη του Σαντ, Βαρόνη ντε Σιμιάν, και μία εταίρα της υψηλής κοινωνίας, με σκοπό να καταστρώσουν ένα σχέδιο διάσωσης. Η συνάθροιση τους διακόπτεται από την είσοδο της Μαρκησίας ντε Σαντ, και της αδερφής της, Αν Προσπέρ ντε Λωναί. Μια σειρά αποκαλύψεων, θα δοκιμάσει τις σχέσεις των τριών γυναικών. Η Μαρκησία ντε Σαντ, είναι η απάντηση σε ένα ερώτημα που ο ίδιος ο Yukio Mishima έθεσε στον εαυτό του. Γιατί η σύζυγος του Σαντ, Ρενέ Πελαζί, τον εγκατέλειψε και αποσύρθηκε σε μοναστήρι μετά την απελευθέρωσή του από την Βαστίλλη, έχοντας τον πρώτα στηρίξει και συνδράμει κατά την μακροχρόνια κράτηση του σε διάφορες φυλακές της Γαλλίας. Έξι θεατρικά πρόσωπα, έξι διαφορετικά εσωτερικά τοπία αναμετρούνται με το ογκώδες έργο και την πληθωρική προσωπικότητα του Μαρκήσιου ντε Σαντ. Αρετή και διαφθορά, ευαισθησία και υποκρισία, έρωτας και βίτσιο σε μια αέναη εναλλαγή μέσα σε ένα σαλόνι της υψηλής κοινωνίας λίγο πριν την Γαλλική Επανάσταση.


Ο συγγραφέας Yukio Mishima και ο Σαντ*
Ο Mishima, ένας από τους πιο παραγωγικούς συγγραφείς του 20ου αιώνα, με μεγάλη πολιτιστική επιρροή, τόσο ως συγγραφέας όσο και ως προσωπικότητα, έγραψε το έργο το 1965, πέντε χρόνια πριν την αυτοκτονία του, όταν διάβασε μία βιογραφία του Σαντ. Εντύπωση του έκανε η απόφαση της συζύγου του να τον εγκαταλείψει όταν πια απελευθερώθηκε από την φυλακή, έχοντας τον υποστηρίξει κατά τους μακροχρόνιους εγκλεισμούς του. Ο Σαντ αποτέλεσε την προσωπικότητα έμπνευση για την λέξη σαδισμός και σεξουαλική ικανοποίηση. Ήταν ένας Λεονάρντο ντα Βίντσι του «Κακού», η παρακαταθήκη του οποίου θα κυριαρχεί για πάντα σε έναν κόσμο που δεν μπορεί να καταλάβει ότι η σκληρότητα δεν είναι μόνο περιττή, αλλά και άνευ αισθητικής σημασίας εν τέλει. Ο Mishima μπορεί να γράφει ένα έργο για τον Σαντ, ωστόσο δεν συντάσσεται μαζί του. Αυτή είναι και η μοναδικότητα αυτού του έργου, το γεγονός ότι ο Mishima παλεύει με έναν άλλο συγγραφέα και νικάει, έναν συγγραφέα τον οποίο η διανόηση επανανακαλύπτει και αποθεώνει μέσα στον 20ο αιώνα.


Από το σημείωμα της σκηνοθέτη:
«Οι έξι γυναικείοι χαρακτήρες, ρόλοι ισάξιοι ενός Άμλετ ή ενός Ληρ, είναι κάτι που πραγματική λείπει από το θέατρο σήμερα. Οι γυναίκες ηθοποιοί σπάνια έχουν την τύχη να αναλάβουν γυναικείους ρόλους τόσο απόλυτους. Με εξαίρεση την υπηρέτρια, όλοι οι χαρακτήρες είναι παντοδύναμοι, με διασυνδέσεις στα υψηλότερα κλιμάκια της κυβέρνησης και της υψηλής διανόησης. Ακόμη κι αυτές όμως είναι εγκαταλελειμμένες στη σκιά του έλλογου λόγου. Μοναχικές, στην περιφέρεια ενός ανδρικού κόσμου, όταν μιλούν τρελαίνονται. Η αόρατη λογοκρισία των «χρηστών ηθών» έχει τη δύναμη να σε κάνει να αμφισβητήσεις την εγκυρότητα των εμπειριών σου, την εγκυρότητα του ίδιου σου του εαυτού, είναι η λογοκρισία που κάνει τα θύματα να σωπαίνουν ενοχικά, που ενθαρρύνει τα θύματα να γίνουν θύτες όταν τους παρουσιαστεί η ευκαιρία. Το έργο λαμβάνει χώρα στη Γαλλία του 18ου αιώνα, διατηρεί όμως ατόφια τη φόρμα του ιστορικού ιαπωνικού θεάτρου και παρουσιάζει μορφολογικά στοιχεία τόσο από το Νο, όσο και από το Καμπούκι. Στο Νο, μια κατηγορία έργων παρουσιάζει συχνά γυναικείους χαρακτήρες με μεγάλη ψυχολογική πολυπλοκότητα, τα λεγόμενα έργα «τρελών γυναικών». Όλη η δράση λαμβάνει χώρα στο συναισθηματικό κόσμο αυτών των γυναικών, με τις επιθυμίες τους τελικά να τις οδηγούν σε μεγάλη συναισθηματική αναταραχή, μέχρι το φόνο, το θάνατο, ή την συμβολική απόσυρση από τη ζωή».


Κριτική της παράστασης:
Το έργο αποτελείται από τρεις πράξεις. Η πρώτη πράξη διαδραματίζεται στο σαλόνι, με φόντο μια χρυσή επιβλητική κουρτίνα, η οποία στη δεύτερη πράξη του κήπου αποκαλύπτει από τη μία πλευρά τον πίνακα του Jean Honore Fragonard “La Surprise ou La Rencontre” (Η Έκπληξη ή η Συνάντηση) ενώ από την άλλη πλευρά στην τρίτη ένα κολάζ από γκραβούρες για το έργο του Σαντ «Ζυστίν ή Τα Πάθη της Αρετής» (από το «100 γραβούρες του 1797», των εκδόδεων Άγρα), τα οποία συνδυάστηκαν αρμονικά ενισχύοντας την πληθωρική ατμόσφαιρα του έργου. Το σκηνικό συμπληρώνουν δύο πολυθρόνες εποχής και ένα μικρό τραπεζάκι, στο οποίο η υπηρέτρια Σαρλότ κατά την πρώτη πράξη σταδιακά τοποθετεί με αργές εκφραστικές κινήσεις ψεύτικα λουλούδια, συμβολίζοντας τη νεκρή φύση και την απόσυρση προς το θάνατο που κρύβεται μέσα στο έργο, για να το γκρεμίσει με βία αργότερα στη δεύτερη πράξη η κόρη σε ένα καταιγιστικό ξέσπασμα προς το πρόσωπο της μητέρας. Η Σαρλότ, μολονότι αποτελεί ένα κυρίως βουβό πρόσωπο, διαδραματίζει έναν εξαιρετικό ελισαβετιανό ρόλο προώθησης της πλοκής, υποβοηθώντας διακριτικά αλλά καίρια τους ήρωες στις κρίσιμες στιγμές τους.
Ένας σημαντικός παράγοντας που λειτούργησε καθοριστικά στην επιτυχία της παράστασης ήταν η ατμοσφαιρική μουσική επένδυση της Κρυσταλλίας Θεοδώρου (cORNiza) που κυριολεκτικά μας μετέφερε στη Γαλλία του 18ου αιώνα, όπως επίσης και με την ίδια ευκολία και στην γαλλική εξοχή στη διάρκεια της δεύτερης πράξης.
Η κατασκευή των κοστουμιών από την Αγγελική Μπορονοπούλου και την Μαίρη Καϊσίμου, σχεδιασμένα από την σκηνοθέτη και εμπνευσμένα από πίνακες της εποχής, ήταν ότι πιο εντυπωσιακό και ιδιαίτερο έχει παρασταθεί ενδυματολογικά σε σκηνή, με αποκορύφωμα το πέπλο που συμβολικά κάλυψε και στη συνέχεια «αποκάλυψε» το φόρεμα της Αν Προσπέρ ντε Λωναί, στην εξομολόγησή της προς τη μητέρα της.


Οι κομμώσεις του Τάσου Καστανιά σε συνδυασμό με το μακιγιάζ της Χαράς Τσουκαλά, έδιναν έμφαση σε κάθε έκφραση του προσώπου των ηθοποιών, δένοντας μοναδικά με το συνολικό ύφος, τονίζοντας την σεξουαλικότητα του έργου ακριβώς όσο έπρεπε, αποπνέοντας τον επαναστατικό αέρα της εποχής του. Σε αυτό λειτούργησε καθοριστικά και ενισχυτικά και ο φωτισμός του Ντίνου Λαυρεντάκη, υπό τη μπαγκέτα της ολιστικής προσέγγισης της νεαρής Ζαμπίας Πατεράκη. Τόσο πολύ με συνεπήρε η σκηνοθετική της ματιά, που έπιασα τον εαυτό μου να χάνει στιγμές της υπόθεσης, χαζεύοντας τους φωτισμούς, τις εκφράσεις, τις κινήσεις και τις διάφορες εκφάνσεις της πολυσχιδούς προσωπικότητας του Σαντ.


Είναι αδύνατον να ξεχωρίσω οποιαδήποτε από τις ερμηνείες, οι οποίες ήταν όλες ανυπέρβλητες, εκφραστικά, κινησιολογικά καθώς και υποκριτικά, υπό τη μαεστρία της σκηνοθετικής καθοδήγησης της ταλαντούχας κυρίας Πατεράκη, σεβόμενη τόσο το έργο του συγγραφέα, μέσα από την εξαιρετική μετάφραση του Παναγιώτη Ευαγγελίδη, όσο και το αντιπροσωπευτικό κλίμα της εποχής.
Προσδοκώ με χαρά την συνέχεια του μαγικού ταξιδίου της Μαρκησίας!

Κριτική της παράστασης "Το πράσινό μου το φουστανάκι"

http://www.theatromania.gr/kritiki-gia-tin-parastasi-to-prasino-mou-to-foustanaki/





Ξεκίνησα λίγο διστακτικά για την παράσταση, μολονότι θα μπορούσα να δηλώσω «θαυμάστρια» του «κλαμπ αυτοσαρκασμού» και των κειμένων της Κιτσοπούλου, ωστόσο, σε αυτήν την περίπτωση δεν γνώριζα το κείμενο, κι ίσως ήταν καλύτερα έτσι. Το θέατρο ήταν γεμάτο, που για καθημερινή με ξάφνιασε ευχάριστα. Στο black box του Αλκμήνη έχω παρακολουθήσει άλλη μία εξαιρετική παιδική παράσταση, την οποία ακόμη αναπολούμε οικογενειακώς, και μου άρεσε πολύ ως χώρος. Προτίμησα να απολαύσω την παράσταση από το πάτωμα, κι έτσι βρισκόμουν κυριολεκτικά μέσα στη σκηνή, και κάποιες στιγμές στο ίδιο επίπεδο με την ηθοποιό. Περισσότερη αμεσότητα με το θεατή δεν υπάρχει!




Ο κύριος θεματικός άξονας του έργου είναι η μοναξιά. Η ηρωίδα εμφανίζεται στη σκηνή με την αίσθηση του «κατεπείγοντος», κάτι σημαντικό πρόκειται να συμβεί, κάτι άμεσο, που δεν μπορεί να εκφραστεί με λέξεις. Το θέμα του νοήματος του λόγου τίθεται άμεσα, με μεγαλύτερη ίσως στιγμή του έργου το 15σύλλαβο, το οποίο η Τζούλη Σούμα ερμηνεύει σχεδόν απνευστί. Η αίσθηση της έλλειψης νοήματος στον λόγο, μετατοπίζεται σταδιακά στην έλλειψη νοήματος της ίδιας της ύπαρξης, μεταμορφώνοντας συνολικά σε ανούσια κι ελλειμματική την ίδια τη ζωή, οδηγώντας μας τελικά στο μηδενισμό και στο «τίποτα δεν συμβαίνει» του Γκοντό. Κυρίαρχη είναι η διακαής επιθυμία να αλλάξει κάτι, να εξαφανιστεί ως δια μαγείας αυτό το κενό της πλήξης, της ανίας, της ανίατης μοναξιάς…




Κι ενώ αρχικά νομίζεις ότι το πράσινο φουστανάκι είναι η μπούργκα, τελικά εμφανίζεται το φουστάνι από χαρτόνι, που τόσο πολύ μου γοήτευσε ως σύμβολο, πόσο χάρτινα, ασταθή κι εφήμερα μοιάζουν όλα μέσα απ’ το πρίσμα της καταιγιστικής μας μοναχικότητας. Το ιδιότυπο χιούμορ της συγγραφέως και ο αυτοσαρκασμός υπονομεύουν διαρκώς κάθε ίχνος καθωσπρεπισμού και σοβαροφάνειας της ηρωίδας, το οποίο η ηθοποιός αναδεικνύει στο έπακρον με τη μεστή της ερμηνεία.




Η σκηνοθετική προσέγγιση της Μαρίας Αιγινίτου, σε συνδυασμό με τα λιτά σκηνικά του Γιάννη Θεοδωράκη και τις διακριτικές φωτιστικές επιλογές του Δημήτρη Μπαλτά, νομίζω πέτυχε τις ψυχογραφικές επιδιώξεις της σκηνοθέτιδας «αγκαλιάζοντας» ομοιόμορφα όλες τις συναισθηματικές πτυχές και εντάσεις του κειμένου, φωτίζοντας με ιδανικό τρόπο τους προβληματισμούς της ηρωίδας, και μεταφέροντάς τους εύστοχα στο θεατή, μέσα από μια καθαρή και νηφάλια αφήγηση. Με γοήτευσε ο τρόπος που εικονοποιήθηκε η ταράτσα και η σκηνή της εν δυνάμει αυτοκτονίας, όπως επίσης και η κορνίζα στην οποία κυριολεκτικά και μεταφορικά «καδράρισε» τον εαυτό της η ηθοποιός . Μου άρεσε ιδιαίτερα η επιμέλεια κίνησης της Φαίδρας Σούτου , δεμένη και αέρινη, την οποία ανέδειξε άψογα και με απόλυτη συνείδηση η κυρία Σούμα. Τα κοστούμια του Νίκου Καρδώνη ενίσχυαν το γενικότερο πλαίσιο και η μουσική επένδυση του Σπύρου Παρασκευάκου έδεναν απόλυτα με το συνολικό κλίμα του έργου.