Οι πιο πετυχημένοι εραστές στον κόσμο είναι εκίνοι που δε
συναντιούνται ποτέ. Φτιάχνουν τις πιο όμορφες ιστορίες, τις πιο ρομαντικές.
Ούτε καυγάδες, ούτε φασαρίες ούτε τσακωμοί. Και ποτέ δεν ανακαλύπτουν ότι αυτή
η γυναίκα δεν είναι για μένα ή εγω δεν είμαι φτιαγμένος για αυτή τη γυναίκα.
Δεν έρχονται ποτέ τόσο κοντά για να το γνωρίσουν αυτό. Δυστυχώς όμως, οι περισσότεροι εραστές παντρευονται. Αυτή είναι η μεγαλύτερη ατυχίαστη ζωή. Αυτό
καταστρέφει όλη την ομορφιά. Αλλιώς θα μπορούσαν να είναι Ρωμαίος και Ιουλιέτα,
μεγάλοι εραστέςτης ιστορίας. Αυτοί όμως οι εραστές δεσυναντήθηκαν ποτέ, δεν
έζησαν μαζί σε διαμέρισμα του ενός δωματίου!!
Tuesday, April 23, 2013
Osho
Το αηδόνι και το τριαντάφυλλο.
"Είπε
ότι θα χόρευε μαζί μου αν της χάριζα ένα κόκκινο τριαντάφυλλο.Μα σε ολόκληρο
τον κήπο μου δεν υπάρχει ούτε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, φώναξε ο νεαρός
φοιτητής. Το αηδόνι τον άκουσε από τη φωλιά του μέσα στη βελανίδια, κοίταξε έξω
ανάμεσα στις φυλλωσιές και απόρησε. Ούτε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο σε ολόκληρο
τον κήπο μου...! Ξέσπασε και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.... Ω.!! Από πόσο
μικρά πράγματα εξαρτάται η ευτυχία! Μελέτησα όλα όσα έχουν γράψει οι σοφοί,
κατέχω όλα τα μυστικά της φιλοσοφίας και όμως η ζωή μου έχει γίνει άθλια επειδή
δεν μπορώ να βρω ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Επιτέλους, ένας πραγματικά
ερωτευμένος, είπε το αηδόνι… Κάθε νύχτα τραγουδώ για χάρη του χωρίς να τον
γνωρίζω... Κάθε νύχτα διηγούμαι την ιστορία του στ` αστέρια και να που επιτέλους
τον βλέπω.... Τα μαλλιά του είναι σκούρα όπως το λουλούδι του υακίνθου, και τα
χείλη του κόκκινα σαν το τριαντάφυλλο που επιθυμεί, αλλά ο πόθος έχει κάνει το
πρόσωπό του χλωμό σαν το φίλντισι και η θλίψη έχει βάλει την σφραγίδα της πάνω
στο τόξο των φρυδιών του... Ο πρίγκιπας θα δώσει χορό αύριο βράδυ...
μουρμούρισε ο νεαρός κι η αγαπημένη μου θα βρίσκεται εκεί... Αν της χαρίσω ένα
κόκκινο τριαντάφυλλο θα χορέψει μαζί μου ως την αυγή. Μα δεν υπάρχει στον κήπο
μου. Έτσι, εκείνη θα προσπεράσει και δεν θα με προσέξει. Θα μείνω μόνος κι η
καρδιά μου θα ραγίσει..... Αυτή είναι η αληθινή αγάπη... σκέφτηκε το αηδόνι.
Υποφέρει για κάτι που εγώ τραγουδώ… Ότι είναι χαρά για μένα, για ΄κείνον είναι
πόνος. Σίγουρα η αγάπη είναι υπέροχο πράγμα. Είναι πιο πολύτιμη από τα
σμαράγδια, πιο ακριβή κι από το πιο φίνο οπάλιο. Οι μουσικοί θα κάθονται
παίζοντας τα έγχορδά τους κι η αγάπη μου θα χορεύει με τέτοια χάρη που τα πόδια
της δεν θα αγγίζουν το πάτωμα. Αλλά μαζί μου δεν πρόκειται να χορεύει, γιατί
δεν έχω ούτε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο να της δώσω… είπε ο νεαρός και
βουλιάζοντας στο χορτάρι έθαψε το πρόσωπό του στα χεριά του κι έκλαψε.. Γιατί
κλαίει? Ρώτησε μια μικρή πράσινη σαύρα που πέρασε από δίπλα του τρέχοντας,
σπαθίζοντας με την ουρά της τον αέρα... Αλήθεια γιατί? Ψιθύρισε μια πεταλούδα
που φτερούγισε κυνηγώντας μια ηλιαχτίδα... Γιατί άραγε? Είπε με φωνή γλυκιά κι
απαλή μια μαργαρίτα στη γειτόνισσά της… Κλαίει για ένα κόκκινο τριαντάφυλλο
είπε το αηδόνι. Τι γελοίο... φώναξαν, για ένα τριαντάφυλλο? Κι η μικρή σαύρα που
κάτι τέτοια δεν τα έπαιρνε σοβαρά, γέλασε δυνατά. Μα το αηδόνι που καταλάβαινε
πόσο πονούσε ο νεαρός, κάθισε σιωπηλό σ` ένα δέντρο και συλλογίστηκε για πολλή
ώρα. Ξαφνικά τίναξε τα καφετιά φτερά του και πέταξε. Πέρασε ανάμεσα από τα
δέντρα σαν σκιά, και σαν άνεμος διέσχισε τον κήπο. Καταμεσής στο γρασίδι
βρισκόταν μια όμορφη τριανταφυλλιά και σαν την είδε πέταξε κοντά της. Δώσε μου
ένα κόκκινο τριαντάφυλλο κι εγώ θα σου τραγουδήσω το πιο γλυκό μου τραγούδι...
Όμως η τριανταφυλλιά κούνησε το κεφάλι της και είπε.. Τα τριαντάφυλλα μου είναι
λευκά. Λευκά σαν τον αφρό της θάλασσας και λευκότερα από το χιόνι των βουνών.
Μα πήγαινε στην
αδελφή μου που είναι δίπλα στο ηλιακό ρόλοι… κι ίσως σου δώσει εκείνο που
ζητάς. Έτσι το αηδόνι πέταξε ως την τριανταφυλλιά που αγκάλιαζε το παλιό ρολόι.
Δώσε μου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο κι εγώ θα σου τραγουδήσω το πιο γλυκό μου
τραγούδι της είπε. Μα εκείνη κούνησε το κεφάλι της και είπε, τα τριαντάφυλλά
μου είναι κόκκινα, σαν τα πόδια ενός μικρού κύκνου και πιο κόκκινα από τις
μεγάλες κοραλλένιες βεντάλιες που λικνίζονται στις θαλασσινές σπηλιές. Μα ο
χειμώνας πάγωσε τις φλέβες μου, η παγωνιά έκαψε τα μπουμπούκια μου, η καταιγίδα
έσπασε τα κλαδιά μου και δεν θα έχω καθόλου τριαντάφυλλα αυτόν το χρόνο. Το
μόνο που θέλω είναι ένα κόκκινο τριαντάφυλλο.... δεν υπάρχει τρόπος να το βρω?
Υπάρχει ένας τρόπος μα είναι τόσο τρομερός, που δεν τολμώ να σου τον πω. Πες
μου… δεν φοβάμαι…είπε το αηδόνι. Αν θέλεις τόσο πολύ ένα κόκκινο τριαντάφυλλο,
πρέπει να το πλάσεις με μουσική στο φως του φεγγαριού και να το βάψεις με το
αίμα της καρδιάς σου. Πρέπει να τραγουδήσεις μέσα μου, μα τ` αγκάθια μου θα σε
τρυπήσουν και το αίμα σου θα γίνει ένα με το δικό μου... είπε η τριανταφυλλιά.
Ο θάνατος είναι βαρύ τίμημα για ένα κόκκινο τριαντάφυλλο και η ζωή είναι πολύ
ακριβή για όλους. Είναι υπέροχο να κάθεσαι στο πράσινο δάσος ατενίζοντας το
χρυσό άρμα του Ήλιου και το μαργαριταρένιο της σελήνης. Γλυκό είναι το άρωμα
του γιασεμιού, θεσπέσιο το ρείκι που κυματίζει στους λόφους. Όμως η αγάπη είναι
πολυτιμότερη από τη ζωή κι έπειτα, πως να συγκριθεί η καρδιά ενός πουλιού με
την καρδιά ενός ανθρώπου? Είπε το αηδόνι... κι έτσι άνοιξε τα φτερά του κι
υψώθηκε στον αέρα. Σαν σκιά φτερούγισε πάνω από τον κήπο και σαν αέρας πέρασε
μέσα από τα δέντρα. Ο νεαρός φοιτητής ήταν ακόμα πεσμένος στο γρασίδι.Νέα
χαρμόσυνα σου φέρνω... θα έχεις το τριαντάφυλλό σου. Το μόνο που ζητώ σαν
αντάλλαγμα είναι να είσαι πραγματικά ερωτευμένος, φώναξε το αηδόνι.Γιατί η
αγάπη είναι σοφότερη από τη φιλοσοφία, παρόλο που είναι κι αυτή σοφή και
δυνατότερη από την εξουσία σου, είναι κι αυτή τόσο δυνατή. Ο φοιτητής
αφουγκράστηκε μα δεν μπόρεσε να καταλάβει, γιατί γνώριζε μόνον αυτά που ήταν
γραμμένα στα βιβλία. Η βελανίδια όμως κατάλαβε και λυπήθηκε, γιατί αγαπούσε το
αηδόνι που είχε κτίσει τη φωλιά του στα κλαδιά της. Μόλις το φεγγάρι έκαμψε
στον ουρανό, το αηδόνι πέταξε ως την τριανταφυλλιά, και χώθηκε μέσα στα κλαδιά
της. Άρχισε το τραγούδι του κι ολοένα πετούσε πιο βαθιά μέσα στο θάμνο με τα
μυτερά αγκάθι. Το ψυχρό κρυσταλλένιο φεγγάρι έγειρε να αφουγκραστεί. Όλη νύχτα
τραγουδούσε το αηδόνι και τα αγκάθια σταγόνα, σταγόνα, στράγγιζαν το αίμα της
ζωής... Τραγούδησε για την άδολη αγάπη κι εκεί στο ψηλότερο κλαδί της
τριανταφυλλιάς άνθισε ένα υπέροχο τριαντάφυλλο, πέταλο, πέταλο, τραγούδι στο
τραγούδι. Στην αρχή ήταν χλωμό όπως η πάχνη που κρέμεται πάνω από το ποτάμι το
ασημένιο πρωινό, σαν τα φτερά της αυγής. Σαν σκιά ενός τριαντάφυλλου σε
καθρέφτη από ασήμι, σαν αντανάκλαση σε λιμνούλα, έτσι ήταν το ρόδο που άνθισε
στο κλαδί της τριανταφυλλιάς. Μα η τριανταφυλλιά είπε στο αηδόνι. Δεν φτάνει
τόσο μικρό μου αηδόνι. Η μέρα θα έρθει πριν το τριαντάφυλλο τελειώσει. Πρέπει
να πετάξεις πιο βαθιά μέσα μου. Η καρδιά σου πρέπει να βρει τη δική μου και το
αίμα σου να δώσει ζωή στις παγωμένες φλέβες μου. Το αηδόνι την άκουσε κι
αδιαφορώντας για τα αγκάθια που το έσφιγγαν ολόγυρα, δυνάμωσε το τραγούδι του.
Μα η κάρδια του ρόδου παρέμενε λεύκη... Το αίμα του αηδονιού δεν είχε ακόμη
κυλήσει στις φλέβες του θάμνου, γιατί μόνον έτσι θα γινόταν άλικη του ρόδου η
καρδιά.
Το αηδόνι πέταξε
ακόμα βαθύτερα, ώσπου το διαπέρασε ένας τρομερός πόνος. Πόνος πικρός, κι όσο
πιο πικρός ήταν, τόσο το τραγούδι του γινόταν πιο παράφορο, γιατί τραγουδούσε
για την αγάπη που δεν πεθαίνει, που δεν τελειώνει με το θάνατο. Και το θεσπέσιο
τριαντάφυλλο έγινε άλικο σαν την πορφυρή ανατολή. Βαθυκόκκινα ήταν τα πέταλα
του και φλογάτη σα ρουμπίνι η καρδιά του. Μα η φωνή του αηδονιού γινόταν ολοένα
και πιο αδύναμη... οι μικρές φτερούγες του άρχισαν να βαραίνουν και τα μάτια
του σκοτείνιασαν... Το τραγούδι του όλο κι έσβηνε... Και τότε ξέσπασε σ` ένα
τελευταίο τραγούδι. Το λευκό φεγγάρι το άκουσε, ξέχασε την αυγή και δεν έλεγε
να φύγει απ` τον ουρανό. Το κόκκινο τριαντάφυλλο που άκουγε κι αυτό, άρχισε να
τρέμει ολόκληρο κι άνοιξε τα πέταλά του στον κρύο αέρα του πρωινού. Η ηχώ το
μετέφερε στα μαβιά σπήλαια στους λόφους και ξύπνησε τους βοσκούς από τα όνειρά
τους. Αιωρήθηκε πάνω από τις καλαμιές στην ακροποταμιά, κι εκείνες ταξίδεψαν
στη θάλασσα το μήνυμά του. Κοίτα κοίτα..., το τριαντάφυλλο τέλειωσε τώρα....
φώναξε η τριανταφυλλιά. Μα το αηδόνι δεν απάντησε γιατί κείτονταν στο χορτάρι,
με ένα αγκάθι στην καρδιά του. Μα τι τύχη! Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, είπε ο
φοιτητής το πρωί όταν άνοιξε το παράθυρό του.
Ποτέ μου δεν έχω
ξαναδεί τέτοιο σ΄ όλη τη ζωή μου. Έσκυψε και το έκοψε. Ύστερα έβαλε το καπέλο
του κι έτρεξε στο σπίτι του καθηγητή με το τριαντάφυλλο στο χέρι του. Δεν ξέρουμε
πώς έγινε, αλλά το τέλος τούτου του παραμυθιού χάθηκε στο βάθος του χρόνου.
Μπορεί λοιπόν η αγαπημένη του, να τον δέχτηκε με αγάπη. Μπορεί όμως και να τον
αρνήθηκε. Σ` αυτήν την περίπτωση ο ερωτευμένος νεαρός ίσως ν` απογοητεύτηκε
τόσο πολύ, που να μετάνιωσε για την αγάπη του και να σκόρπισε το πανέμορφο
τριαντάφυλλο. Η αγάπη όμως είναι το πολυτιμότερο αγαθό πάνω στη γη όπως πίστευε
το αηδόνι. Υπάρχουν βέβαια κάποιοι που δεν καταλαβαίνουν ποτέ την αξία της.
Σημασία έχει όμως, να νιώσει όποιος διαβάζει αυτήν την ιστορία, πόσο όμορφο και
πολύτιμο είναι αγαπά κανείς αληθινά, χωρίς να μετανιώνει... "
Μονόγραμμα- Ελύτης
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,
μόνος,στόν Παράδεισο
Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός
Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.
ΙΙ.
Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια
Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουσαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μιά στόν αέρα , μιά στή μουσική
Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο , τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά
Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.
ΙΙΙ.
Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα
Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά --κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε
Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά
Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή
Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.
ΙV.
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα, μ’ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς
Είμ’εγώ,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,μ’ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς
Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς
Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς
Νά μάς θάψουν , κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει
Στά νερά ένα ένα , μ’ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες
Τών Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς
Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα , δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς
Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς.
V.
Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό
Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι
Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά
Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης
Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή
Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια
Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.
VI.
Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
τής θάλασσας
Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί
Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !
Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !
VII.
Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα
Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο.
Οδυσσέας Ελύτης <<ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ>>
Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι
Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!
Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα
Κατά πού θ’ απλώσουμε τα χέρια μας
τώρα που δε μας λογαριάζει πια ο καιρός
Κατά πού θ’ αφήσουμε τα μάτια μας
τώρα που οι μακρυνές γραμμές ναυάγησαν στα σύννεφα
Κι είμαστε μόνοι ολομόναχοι
τριγυρισμένοι απ’ τις νεκρές εικόνες σου.
Subscribe to:
Posts (Atom)











