Friday, January 27, 2017

Κριτική της παράστασης "Το πράσινό μου το φουστανάκι"

http://www.theatromania.gr/kritiki-gia-tin-parastasi-to-prasino-mou-to-foustanaki/





Ξεκίνησα λίγο διστακτικά για την παράσταση, μολονότι θα μπορούσα να δηλώσω «θαυμάστρια» του «κλαμπ αυτοσαρκασμού» και των κειμένων της Κιτσοπούλου, ωστόσο, σε αυτήν την περίπτωση δεν γνώριζα το κείμενο, κι ίσως ήταν καλύτερα έτσι. Το θέατρο ήταν γεμάτο, που για καθημερινή με ξάφνιασε ευχάριστα. Στο black box του Αλκμήνη έχω παρακολουθήσει άλλη μία εξαιρετική παιδική παράσταση, την οποία ακόμη αναπολούμε οικογενειακώς, και μου άρεσε πολύ ως χώρος. Προτίμησα να απολαύσω την παράσταση από το πάτωμα, κι έτσι βρισκόμουν κυριολεκτικά μέσα στη σκηνή, και κάποιες στιγμές στο ίδιο επίπεδο με την ηθοποιό. Περισσότερη αμεσότητα με το θεατή δεν υπάρχει!




Ο κύριος θεματικός άξονας του έργου είναι η μοναξιά. Η ηρωίδα εμφανίζεται στη σκηνή με την αίσθηση του «κατεπείγοντος», κάτι σημαντικό πρόκειται να συμβεί, κάτι άμεσο, που δεν μπορεί να εκφραστεί με λέξεις. Το θέμα του νοήματος του λόγου τίθεται άμεσα, με μεγαλύτερη ίσως στιγμή του έργου το 15σύλλαβο, το οποίο η Τζούλη Σούμα ερμηνεύει σχεδόν απνευστί. Η αίσθηση της έλλειψης νοήματος στον λόγο, μετατοπίζεται σταδιακά στην έλλειψη νοήματος της ίδιας της ύπαρξης, μεταμορφώνοντας συνολικά σε ανούσια κι ελλειμματική την ίδια τη ζωή, οδηγώντας μας τελικά στο μηδενισμό και στο «τίποτα δεν συμβαίνει» του Γκοντό. Κυρίαρχη είναι η διακαής επιθυμία να αλλάξει κάτι, να εξαφανιστεί ως δια μαγείας αυτό το κενό της πλήξης, της ανίας, της ανίατης μοναξιάς…




Κι ενώ αρχικά νομίζεις ότι το πράσινο φουστανάκι είναι η μπούργκα, τελικά εμφανίζεται το φουστάνι από χαρτόνι, που τόσο πολύ μου γοήτευσε ως σύμβολο, πόσο χάρτινα, ασταθή κι εφήμερα μοιάζουν όλα μέσα απ’ το πρίσμα της καταιγιστικής μας μοναχικότητας. Το ιδιότυπο χιούμορ της συγγραφέως και ο αυτοσαρκασμός υπονομεύουν διαρκώς κάθε ίχνος καθωσπρεπισμού και σοβαροφάνειας της ηρωίδας, το οποίο η ηθοποιός αναδεικνύει στο έπακρον με τη μεστή της ερμηνεία.




Η σκηνοθετική προσέγγιση της Μαρίας Αιγινίτου, σε συνδυασμό με τα λιτά σκηνικά του Γιάννη Θεοδωράκη και τις διακριτικές φωτιστικές επιλογές του Δημήτρη Μπαλτά, νομίζω πέτυχε τις ψυχογραφικές επιδιώξεις της σκηνοθέτιδας «αγκαλιάζοντας» ομοιόμορφα όλες τις συναισθηματικές πτυχές και εντάσεις του κειμένου, φωτίζοντας με ιδανικό τρόπο τους προβληματισμούς της ηρωίδας, και μεταφέροντάς τους εύστοχα στο θεατή, μέσα από μια καθαρή και νηφάλια αφήγηση. Με γοήτευσε ο τρόπος που εικονοποιήθηκε η ταράτσα και η σκηνή της εν δυνάμει αυτοκτονίας, όπως επίσης και η κορνίζα στην οποία κυριολεκτικά και μεταφορικά «καδράρισε» τον εαυτό της η ηθοποιός . Μου άρεσε ιδιαίτερα η επιμέλεια κίνησης της Φαίδρας Σούτου , δεμένη και αέρινη, την οποία ανέδειξε άψογα και με απόλυτη συνείδηση η κυρία Σούμα. Τα κοστούμια του Νίκου Καρδώνη ενίσχυαν το γενικότερο πλαίσιο και η μουσική επένδυση του Σπύρου Παρασκευάκου έδεναν απόλυτα με το συνολικό κλίμα του έργου.

Κριτκή της παράστασης Οι 12 ένορκοι

http://www.theatromania.gr/kritiki-gia-tin-parastasi-i-12-enorki/



Μολονότι δεν γνώριζα το κείμενο του Reginald Rose, είχα μια αρκετά σαφή εικόνα για το έργο. Ωστόσο, δεν μπορούσα να φανταστώ με ποιο ακριβώς τρόπο θα μεταφερόταν αυτό στη σκηνή.
Μπαίνοντας στο χώρο, μεταφερόμαστε αυτόματα σε μια δικαστική αίθουσα. Οι ένορκοι εμφανίζονται σταδιακά, μπαίνοντας ένας  ένας απόλυτα φυσικά στο ρόλο του, παρουσιάζοντας συνοπτικά το χαρακτήρα τους : άλλος σχολιάζει έναν ποδοσφαιρικό αγώνα, άλλος είναι πιο ανυπόμονος, άλλος πιο εκνευρισμένος… Γρήγορα μπαίνουμε στο νόημα του έργου, όπου αρχίζει να ξεδιπλώνεται η ψυχογραφική υπόσταση των ηρώων και οι συγκρούσεις μεταξύ τους, πάνω στις οποίες διαδραματίζεται και όλη η υπόθεση του έργου.





Η σαφέστατη και απέριττη σκηνοθετική προσέγγιση της Κωνσταντίνας Νικολαΐδη ήταν συγκεκριμένη και ξεκάθαρη, αποτυπώνοντας απόλυτα την ατμόσφαιρα του έργου, σε συνδυασμό με τα καίρια σκηνικά του David Negrin, τα χαρακτηριστικά κοστούμια της Κικής Μήλιου και τις εξαιρετικές φωτιστικές επιλογές του Αλέξανδρου Αλεξάνδρου. Η εκφορά του λόγου, χαρακτηριστική για τον κάθε ηθοποιό – ένορκο, όπως και η άλλοτε ανάλαφρη κι άλλοτε ασφυκτική κινησιολογία, υπό την καθοδήγηση της Χριστίνας Φωτεινάκη, φώτισε με δεινότητα τις πτυχές του έργου. Ο ρυθμός του έργου ήταν απόλυτα «σφιχτός», στον οποίο πολύτιμος αρωγός υπήρξε η πρωτότυπη μουσική επένδυση του Γιώργου Περού, περνώντας τον θεατή ξεκάθαρα από τη μία κατάσταση στην άλλη, παρακολουθώντας σταδιακά τις ψυχολογικές διακυμάνσεις των ηρώων…    
Οι ερμηνείες έδεναν σε ένα ιδανικό σύνολο, ξεδιπλώνοντας ατομικά αλλά και συνολικά τις διάφορες ψυχικές εκφάνσεις του κάθε χαρακτήρα, παρουσιάζοντάς μας ουσιαστικά τη διάβρωση της ανθρώπινης κοινωνίας μέσα από μια σφαιρική  οπτική. Ο Γιώργος Γιαννόπουλος, ο Θανάσης Κουρλαμπάς, καθώς και ο Χριστόδουλος Στυλιανός, κλέβουν λίγο την παράσταση με τις λίγο πιο κεντρικές ερμηνείες, ωστόσο, η συμμετοχή του κάθε ενόρκου ήταν καίρια σε κάθε στιγμή του έργου. 





Ενθουσιάστηκα με τις προσωπικές στιγμές του καθενός στο μπάνιο, ειδικότερα τις στιγμές που κοιτάζονταν στον εικονικό καθρέφτη, ερχόμενοι αντιμέτωποι με τον εαυτό και τις ατομικές τους σκέψεις, μέσα από αυτή την εξαιρετική σύλληψη του «αόρατου» καθρέφτη, κοιτώντας μας κατάματα.   



 

Κριτική της παράστασης Ριχάρδος Β'

http://www.theatromania.gr/kritiki-gia-tin-parastasi-richardos-v/

Ένας πράσινος λόφος, ένας τάφος, κρεμασμένες σειρήνες και το μεγαλύτερο μέρος της σκηνής καλυμμένο με χαλιά, είναι το εικαστικό σκηνικό το οποίο αποκαλύπτεται σταδιακά μέσα από μια πυκνή ομίχλη. Στην πορεία της παράστασης, τα χαλιά σηκώνονται μετατρέποντας τα στην προέκταση του κουστουμιού ενός ηθοποιού,  αποκαλύπτοντας το έδαφος από πηλό, δίνοντας την ευκαιρία στους ερμηνευτές να κυλιστούν με πολλαπλούς τρόπους, μεταφέροντας στα ρούχα τους πλέον μέρος της λάσπης, ενώνοντας έτσι την φυσική τους υπόσταση σε ένα ενιαίο σύνολο με τη γη…




Δεν θέλω να μιλήσω για τον Ριχάρδο. Ούτε για τον Σαίξπηρ.  Δεν αναγνώρισα ούτε Σαίξπηρ, ούτε Ριχάρδο σε αυτά τα 90’. Και δεν με πειράζει καθόλου.  Αν ήθελα να διαβάσω άλλη μία φορά τον Ριχάρδο, θα μπορούσα να το κάνω κι από την άνεση του σπιτιού μου, νομίζω. Έχοντας παρακολουθήσει και τον «Σωσία» αλλά και τα «Ωραία χέρια μας» της ομάδας Lew ratio Network και τις σκηνοθετικές προσεγγίσεις της Έφης Μπίρμπα, δεν περίμενα κάτι λιγότερο από άλλη μία εικαστική προσέγγιση. Έτσι ήμουν προετοιμασμένη για να δω, να ακούσω και να βιώσω «εικόνες» και «εικονοποιήσεις» και όχι να παρακολουθήσω ένα Σαιξπηρικό έργο.




Οι ατμοσφαιρικότατες φωτιστικές επιλογές του Θύμιου Μπακατάκη, σε συνδυασμό με την «εκκωφαντική» ηχητική επένδυση της Coti K. συνετέλεσαν σε ένα ενιαίο «μαγευτικό» σύνολο, στο οποίο μοναδικός αρωγός ήταν η κίνηση και τα σώματα των ηθοποιών, με έναν γερό άσσο για άλλη μια φορά την εκφορά του λόγου.  Ωστόσο, για πρώτη φορά, ο Άρης Σερβετάλης δεν κατάφερε να  «με πάρει μαζί του». Μπορώ όμως να το παραβλέψω, χάρη στο γενικό σύνολο.  Οι στυλιζαρισμένες κινήσεις, ειδικά η επαναλαμβανόμενη υπόκλιση, ο ακρογωνιαίος λίθος της απόλυτης υποταγής, καθοδηγούμενος από μια απλή συνεχόμενη κίνηση του δακτύλου του βασιλιά, με συνεπήραν ολοκληρωτικά.  Η πιο δυνατή στιγμή του έργου, όταν ο Ριχάρδος στερεώνεται ανάποδα στο έδαφος, και μιλά χωρίς καμμία δυσκολία. 




  
 «Ο κύριος και ο βασιλιάς του τίποτα» και «Δεν έχω κανένα φίλο» είναι οι μόνες φράσεις που μπόρεσα να ακούσω κατά τη διάρκεια της παράστασης, νομίζω όμως ότι χαράχτηκαν στο μυαλό μου με κάτι ανεξίτηλο, και δεν θα ξεχαστούν ποτέ. Πόση σπαρακτική μοναξιά μπορεί να κρυφτεί μέσα σε λίγες μόνο λέξεις.  Δεν κατάφερα ούτε να συγκρατήσω, ούτε καν να ακούσω κάτι άλλο από το κείμενο. Γιατί δεν με αφορούσε. Η μαγεία της εικόνας και ο πλούτος των συναισθημάτων που απλόχερα μου χαρίστηκαν, με έκαναν να θυμηθώ γιατί βιώνω το θέατρο. Γιατί αν βλέπεις το θέατρο, δε μπορείς, ενδεχομένως, να βιώσεις το θέατρο. Αν χάνεσαι στο «γιατί ειπώθηκε αυτό και όχι το άλλο», χάνεις τη μαγεία της στιγμής που ίσως δεν σου ξαναδοθεί.  Και για μένα αυτή είναι η έννοια του θεάτρου.




Thursday, November 3, 2016

Κριτική της παράστασης "Η τελευταία μαύρη γάτα"

Άλλη μια πολύ καλή δουλειά του Κώστα Γάκη και της ομάδας Ιδέα, αν και όχι η καλύτερη, μετά την εξαιρετική Κατσαρίδα και το Ρωμαίος και Ιουλιέτα για δύο.
Για άλλη μια φορά, μια ομάδα μας δείχνει πως με πολύ λίγα μπορείς να κάνεις πάρα πολλά, και αυτή είναι η αισθητική προσέγγιση και γενική σκηνοθετική γραμμή αυτής της ομάδας που σε κερδίζει κάθε φορά. Στην σκηνή βρίσκονταν ουσιαστικά μόνο 4 καρέκλες-σκάλες, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν με ποικίλους τρόπους, με ευρηματικότερη την σκηνή που προσομοίαζε την παρέα των γάτων να βρίσκεται στην άκρη ενός ψηλού κτιρίου, όπου φυσούσε πολύ δυνατός άνεμος, και πραγματικά με έπεισαν ότι μεταφερθήκαμε ξαφνικά σε κάποια ταράτσα! Η πιο ευρηματική και ταυτόχρονα ξεκαρδιστική στιγμή της παράστασης ήταν το δελτίο ειδήσεων και ο τρόπος που παρουσιάστηκε η τηλεόραση στην σκηνή, και ακόμη περισσότερο το δελτίο στην νοηματική!!



Η ερμηνευτική και κινησιολογική καθοδήγηση όλης της ομάδας των ηθοποιών ήταν πολύ καλά δουλεμένη και αυτό έβγαινε και στην σκηνή.Τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα ήταν μαύρα, όπως επιτάσσει το έργο, αλλά συνάμα λιτά και χαρακτηριστικά όσο έπρεπε.  Οι φωτισμοί κατάφεραν να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο την όλη ατμόσφαιρα του έργου. Τα βίντεο της Μικαέλας Λιακατά έδεναν ιδιαίτερα αρμονικά με το όλο πλαίσιο του έργου, όπως και η μουσική του Κώστα Γάκη, σε συνδυασμό με την παρουσία επί σκηνής και τα live electronics του Στέφανου Τορτόπογλου.



Το μόνο αρνητικό σημείο, η μη ύπαρξη αρκετών μαξιλαριών ώστε να έχουν καλύτερη ορατότητα τα παιδιά, όμως, προς τιμήν του θεάτρου, απολογήθηκαν εξαρχής γι’ αυτό και πρότειναν εναλλακτική λύση.

Κριτική της παράστασης "Ο μικρός Πρίγκηπας"

Μια μουσικοχορευτική παράσταση βασισμένη στην ιστορία του μικρού πρίγκιπα, και όχι  η μεταφορά αυτής στη σκηνή.
Η παράσταση ξεκινά πολύ εντυπωσιακά, με τα ολόλευκα κοστούμια του Μιχάλη Σδούγκου και το πολύ έξυπνο εφέ του blacklight της Ελευθερίας Ντεκώ, σε συνδυασμό με τις εξαιρετικές, επίσης ολόλευκες, κούκλες της Δήμητρας Καίσαρη. Με γοήτευσε ιδιαίτερα η εμφάνιση του κυρίου επιχειρηματία.
 Αυτά θεωρώ ότι ήταν και τα καλύτερα στοιχεία της πολυδιαφημισμένης παράστασης.
Τα σκηνικά του Γιώργου Γαβαλά είχαν ενδιαφέρον, η χρήση της εξέδρας μου άρεσε πολύ, όπως επίσης και οι «βράχοι» πίσω από τους οποίους εμφανίστηκαν στην έναρξη οι ηθοποιοί. Καλαίσθητος ήταν επίσης και ο τρόπος που παρουσιάστηκε ο μικρός πλανήτης, με την συναρμολογούμενη εξέδρα επί σκηνής. Εντυπωσιακή θα χαρακτήριζα και την καθέλκυση των ηρώων στα στεφάνια και τον πλανήτη, αν και αρκετά πλέον συνηθισμένο.  Πολύ ρεαλιστική ήταν και η κατασκευή του αεροπλάνου. 



Οι χορογραφίες του Αλέξανδρου Κουζίτσκιν ήταν επίσης επιτυχημένες.
Σκηνοθετικά, κινησιολογικά αλλά και ερμηνευτικά , το σύνολο των ηθοποιών λειτούργησε πάρα πολύ καλά. Ωστόσο, δεν με ικανοποίησε καθόλου η συγκεκριμένη προσέγγιση. Η επιλογή των τραγουδιών καθώς και η διασκευή των στίχων από την Μαριάνα Τόλη, θεωρώ ότι ήταν από άστοχη έως και ελαφρώς γλυκανάλατη.  Η αναλογία τραγουδιού και πρόζας θεωρώ ήταν τελείως δυσανάλογη, ως προς το κομμάτι της πρόζας, σε σημείο να «χάνεται» εντελώς η ιστορία του μικρού πρίγκιπα, και να μένει κυρίως ένα μουσικοχορευτικό πρόγραμμα.  Ο Ορέστης Καρύδας, ενώ ερμήνευσε εξαιρετικά το ρόλο του, ωστόσο, με ξένισε, φυσιογνωμικά κυρίως, ως φιγούρα του μικρού πρίγκιπα. Η Αντιγόνη Ψυχράμη ήταν επίσης πολύ πειστική ως τριαντάφυλλο.  Η ένσταση μου βρίσκεται στον τρόπο προσέγγισης της σχέσης μεταξύ του πρίγκιπα και του λουλουδιού, η οποία παρουσιάστηκε περισσότερο ως ερωτικό ειδύλλιο, παρά ως αγνή και τρυφερή φιλία.
Θα ήθελα επίσης να είχαμε απολαύσει σε κάποιες στιγμές έναν έναστρο ουρανό, μιας που η τεχνολογία μπορεί πολύ εύκολα να μας χαρίσει εξαιρετικές δυνατότητες.  





Κριτική της παράστασης "Κυμβελίνος"

Ένα όχι ιδιαίτερα γνωστό ή πολυπαιγμένο έργο του Σαίξπηρ, ωστόσο, ιδιαίτερα ενδιαφέρον, περιλαμβάνοντας τα βασικά χαρακτηριστικά του κλασικού συγγραφέα, πλοκή, ίντριγκες, παρεξηγήσεις, μεταμφιέσεις και τον γνωστό ποιητικό του λόγο.
Από την πρώτη στιγμή το σκηνικό σε βάζει μέσα στο έργο. Μια μινιμαλιστική σκηνοθετική προσέγγιση, με λιγοστά έπιπλα επί σκηνής, ένα κάδρο στο background που εναλλάσσεται αθόρυβα και σε μεταφέρει με «μαγικό» τρόπο, και οι «παιχνιδιάρικοι» φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη, οι οποίοι καταλαβαίνεις εξαρχής ότι θα παίξουν τον βασικότερο ρόλο αυτής της σκηνοθετικής προσέγγισης του Αλέξανδρου Κοέν.
Τα κοστούμια της Χριστίνας Κωστέα έδεναν αρμονικά με το ύφος του έργου, χωρίς να παραφορτώνουν την ατμόσφαιρα. Η κινησιολογία της Φρόσως Κορρού «έντυσε» μοναδικά την ελισαβετιανή  προσέγγιση του σκηνοθέτη.



Ο Τάκης Βουτέρης ως ο ομώνυμος ήρωας, είναι ο πιο συμπαθής δυνάστης που έχει παρουσιαστεί δραματουργικά.
 Η Ελένη Κρίτα ενσαρκώνει με περισσή φυσικότητα την ραδιούργα βασίλισσα και κακιά μητριά.
Η Αντιγόνη Δρακουλάκη ως αθώα Ιννογένη παρουσιάζει μια αξιοπρεπέστατη ερμηνεία.
Ο Παναγιώτης Εξαρχέας ως εύπιστος Πόστουμο κλέβει την παράσταση σε ένα θεωρώ ρεσιτάλ ερμηνείας.
Ο Σαράντος Γεωγλέρης παρουσιάζει έναν τσακισμένο τραγικό ήρωα με μοναδικό τρόπο.
Ο Αντώνης Φραγκάκης προωθεί τον εσωτερικό παλμό του δολοπλόκου ήρωα, σε κάποιες στιγμές, με τρόπο απαράμιλλο. 



Η Νεκταρία Γιαννουδάκη διαδραματίζει τον χαρακτηριστικό σαιξπηρικό ρόλο της «παραμάνας», μια ήρεμη δύναμη που λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα, υποβοηθώντας την πλοκή και τους ήρωες, πάντα δίπλα στις ζωές όλων.
Τέλος, ενδιαφέρουσα, μολονότι σύντομη,  η παρουσία του Ρωμανού Μαυρουδή ως γραφειοκράτης και dealer.



Tuesday, October 18, 2016

Κριτική της παράστασης Οικογένεια Άνταμς

Ξεκινώντας, θα ήθελα να διευκρινίσω ότι μιλάμε για ένα μιούζικαλ και, παράλληλα μια μαύρη κωμωδία. Σε γενικές γραμμές, δεν περιμένεις από ένα μιούζικαλ, ή μια μαύρη κωμωδία, να σε προβληματίσει ιδιαίτερα. Κι όμως, η Οικογένεια Άνταμς, σου περνάει ένα σημαντικό μήνυμα, με έναν ευχάριστο και ανάλαφρο τρόπο. Σου φέρνει ένα σφίξιμο στην καρδιά, για τον χρόνο που περνάει και χάνεται. Ο χρόνος όμως που διαθέσαμε για να παρακολουθήσουμε αυτήν την παράσταση, δεν πήγε καθόλου χαμένος…
Ξεκινώντας από τις ερμηνείες, δεν μπορείς παρά μόνο εξαιρετικές να τις χαρακτηρίσεις. Έμεινα άφωνη από την χημεία ανάμεσα σε ολόκληρο τον θίασο, όπως επίσης και τα μέλη του χορού. Πραγματικά, για μια στιγμή πίστεψα ότι είχα μπροστά μου την πραγματική οικογένεια Άνταμς! Ο Αντώνης Καφετζόπουλος προσέδιδε την προσωπική του πινελιά στον χαρακτήρα, με τις  χαρακτηριστικές του κινήσεις, και θαρρείς πως έπαιζε πάντα αυτόν τον ρόλο. Η Μαρία Σολωμού, επίσης ταίριαζε γάντι στον ρόλο, μολονότι η ερμηνεία της δεν ήταν τόσο ξεχωριστή, θα χαρακτήριζα σχετικά εύκολο τον ρόλο της. Η έκπληξη, όμως, της βραδιάς, ήταν η σπαρταριστή ερμηνεία της Ευαγγελίας Μουμούρη, που σαν μια άλλη Μαίρη Αρώνη στο πλευρό του συντηρητικού  και αυστηρού συζύγου, έδωσε ρεσιτάλ ερμηνείας, ως αλαφροϊσκιωτη σύζυγος του Κωνσταντίνου Καζάκου, ο οποίος, με σχετικά μικρό και διακριτικό ρόλο, επίσης ξεδιπλώνει μια ιδιαίτερη πτυχή του χαρακτήρα του στο σημείο της μεταμόρφωσης του ήρωα.  Έκπληξη, επίσης, ήταν και οι ερμηνείες τον δευτεραγωνιστών, που πραγματικά έκλεβαν την παράσταση. Η γιαγιά ήταν απολαυστική, ο μπάτλερ τόσο πειστικός που στο τέλος μένεις έκπληκτος από το τραγούδι του, αφού μας έχει πείσει ότι δεν μιλάει, ο αδερφός σου κλέβει τελικά την καρδιά με τον ρομαντισμό και την ευαισθησία του, και ο βενιαμίν της οικογένειας σε συγκινεί με την αθώα του αγάπη. Εξαιρετική ήταν η απόδοση  των χαρακτήρων, οι  σχέσεις μεταξύ τους εξελίσσονταν με μοναδικό τρόπο, προσδίδοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στους χαρακτήρες, οι οποίοι θα μπορούσαν πολύ εύκολα να είχαν πέσει στην παγίδα της «ανάλαφρης» προσέγγισης.  Ο συμβολισμός της τελικής παράθεσης των τριών ζευγαριών όπως έχουν εξελιχθεί μου άρεσε ιδιαίτερα δραματουργικά, καθώς επίσης και οι σχέσεις μεταξύ των ζευγαριών, ιδιαίτερα η τρυφερότητα με την οποία παρουσιάστηκε αυτή ανάμεσα στα δύο αδέρφια, αλλά και στο ζευγάρι των γιάπηδων γονιών.
Τα σκηνικά της Μαίρης Τσαγκάρη ήταν ιδανικά, χωρίς πολλά πράγματα επί σκηνής, τα οποία ήταν έτσι κι αλλιώς περιττά γιατί η σκηνή ήταν διαρκώς «γεμάτη», αρκέστηκε στα απαραίτητα και βασικά  έπιπλα, τα οποία εναλλάσσονταν αρμονικά, σκάλες και πύλες , είτε φυσικά είτε σε βίντεο προβολή. Η σκηνή του ηλεκτροσόκ του μικρού, επίσης ασύλληπτα ρεαλιστική. Εξαιρετική επίσης η σύλληψη του Καρόλου Πορφύρη για τα βίντεο – προβολές στα κάδρα, που εξελίσσονταν στο πίσω μέρος και σου μαγνήτιζαν την προσοχή,  με το χαρακτηριστικό βλέμμα του Γιώργου Κωνσταντίνου, την Άννα Παναγιωτοπούλου να ξεφλουδίζει μια μπανάνα και την Σοφία Βογιατζάκη, αντίστοιχα, να αλληλεπιδρά «ειρωνικά» με την Ευαγγελία Μουμούρη, όπως επίσης και η τελική σκηνή στο φεγγάρι που παρέπεμπε στο «Ταξίδι στη σελήνη» του George Melies. (https://www.youtube.com/watch?v=u2WXZwiuRus )



Οι χορογραφίες της Άννας Αθανασιάδη ήταν απερίγραπτα εξαιρετικές. Ο κάθε ήρωας είχε την δική του μοναδική χορογραφία σε κάθε στιγμή του έργου, η οποία ταίριαζε γάντι στον κάθε ένα ξεχωριστά, και όλοι μαζί σαν σύνολο έκλεβαν την παράσταση, με την χαρακτηριστική μουσική και χορογραφία στο ξεκίνημα και το φινάλε του έργου. Η ενορχήστρωση από τον Ηλία Καλούδη επίσης εξαιρετική, δεν θα μπορούσε να αποδοθεί με ηχογράφηση,  η οποία έδενε μοναδικά με τις έξοχες φωνητικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών. Θα ξεχωρίσω αυτή του μικρού Κόνα Έντμοντ, η οποία με εξέπληξε! Η απόδοση των κειμένων και των στίχων από την σκηνοθέτη, Θέμιδα Μαρσέλλου, «κέντησε» με μοναδικό τρόπο επάνω στο αυθεντικό κείμενο, κάτι εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθεί στα ελληνικά, καταφέρνοντας να μεταφέρει το έργο στο σήμερα και στα ελληνικά δεδομένα, αποφεύγοντας την παρωδία και τα «κλισέ» και συνήθως χοντροκομμένα σατιρικά αστεία με μια ευφάνταστη δόση μαύρου χιούμορ, κάνοντας το έργο κάτι πολύ περισσότερο από ένα αστείο δείπνο μεταξύ δύο οικογενειών που πρόκειται να συμπεθεριάσουν. Όλη η σκηνοθετική απόπειρα της κυρίας Μαρσέλλου δεν είχε σε τίποτα να ζηλέψει τα δεδομένα μιας ξένης παραγωγής, με αποκορύφωμα την χαρακτηριστική στιλιζαρισμένη κινησιολογία, την οποία οι ηθοποιοί ερμήνευσαν εξαιρετικά, όπου ξεχώρισε η πρωτοεμφανιζόμενη Ντέμυ στην σκηνή του χορευτικού της.  Επίσης, η αναλογία ανάμεσα στην πρόζα και το τραγούδι ήταν η ιδανική.
Τα κοστούμια της Παναγιώτας Κοκκορού ήταν πολύ προσεγμένα, το εφέ του blacklight με τα λευκά κοστούμια του χορού ήταν εξαιρετικό. Χαρακτηριστική επίσης και η χρήση του χρυσού στο τέλος, με το συμβολισμό του ηλιακού αυτού χρώματος, την καταληκτική στιγμή της «αποκάλυψης»  και ολοκλήρωσης του έργου.
Τέλος, οι φωτισμοί  Λευτέρη Παυλόπουλου τόνιζαν κάθε στιγμή ακριβώς με τον τρόπο που έπρεπε.
Εν κατακλείδι, όσοι δεν καταφέρατε να το παρακολουθήσετε την πρώτη χρονιά, μην το χάσετε. Δεν μπορώ να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που παρακολούθησα παράσταση με ένα διαρκές χαμόγελο στα χείλη, και το κοινό να χειροκροτεί σχεδόν σε ΚΑΘΕ μα κάθε σκηνή, και στο τέλος να είμαστε όλοι όρθιοι… αυτός θα ήταν θεωρώ ο ορισμός της απόλυτης ψυχαγωγίας.