Friday, January 27, 2017

Κριτική της παράστασης "Μαρκησία ντε Σαντ"


http://www.theatromania.gr/kritiki-gia-tin-parastasi-markisia-nte-sant/

Μπαίνοντας στην αίθουσα του θεάτρου Αργώ και κοιτάζοντας τη σκηνή, αναρωτήθηκα τι έχει να μας πει αυτή η ρετρό πολυθρόνα και η χρυσαφί κουρτίνα στο πάτωμα και το πίσω μέρος της σκηνής. Τελικά, πάρα πολλά, όπως σύντομα αποδείχτηκε...


Τα πρόσωπα του έργου:
Στο έργο παρακολουθούμε έξι γυναικείους χαρακτήρες του στενού οικογενειακού πυρήνα της Μαρκησίας: την μητέρα της, μαντάμ ντε Μοντρέιγ (Αλεξία Φάλλα), την αδερφή της, Αν Προσπέρ ντε Λωναί (Σίσσυ Ιγνατίδου), την ίδια (Δέσποινα Κολτσιδοπούλου), την υπηρέτριά τους Σαρλότ (Άλκηστις Βούλγαρη) και δύο αριστοκράτισσες, την κόμισσα ντε Σαιν Φον, (Χριστίνα Ράπτη)έναν θηλυκό Σαντ, και την θρησκόληπτη βαρόνη ντε Σιμιάν, (Μαρίνα Σωκράτη) οι οποίες διαδραματίζονται σε ένα σαλόνι και έναν κήπο του Παρισιού, σε τρεις πράξεις, μεταξύ 1772 και 1790. Όλη η δραματουργική ένταση βρίσκεται στην εξέλιξη των συναισθημάτων αυτών των γυναικών.


Λίγα λόγια για την υπόθεση*:
Τα τρομαχτικά εγκλήματα του Μαρκησίου ντε Σαντ βρίσκονται στο στόχαστρο της δικαιοσύνης κι εκείνος απειλείται με εκτέλεση. Η πεθερά του μαρκήσιου, η μαντάμ ντε Μοντρέιγ, καλεί την παιδική φίλη του Σαντ, Βαρόνη ντε Σιμιάν, και μία εταίρα της υψηλής κοινωνίας, με σκοπό να καταστρώσουν ένα σχέδιο διάσωσης. Η συνάθροιση τους διακόπτεται από την είσοδο της Μαρκησίας ντε Σαντ, και της αδερφής της, Αν Προσπέρ ντε Λωναί. Μια σειρά αποκαλύψεων, θα δοκιμάσει τις σχέσεις των τριών γυναικών. Η Μαρκησία ντε Σαντ, είναι η απάντηση σε ένα ερώτημα που ο ίδιος ο Yukio Mishima έθεσε στον εαυτό του. Γιατί η σύζυγος του Σαντ, Ρενέ Πελαζί, τον εγκατέλειψε και αποσύρθηκε σε μοναστήρι μετά την απελευθέρωσή του από την Βαστίλλη, έχοντας τον πρώτα στηρίξει και συνδράμει κατά την μακροχρόνια κράτηση του σε διάφορες φυλακές της Γαλλίας. Έξι θεατρικά πρόσωπα, έξι διαφορετικά εσωτερικά τοπία αναμετρούνται με το ογκώδες έργο και την πληθωρική προσωπικότητα του Μαρκήσιου ντε Σαντ. Αρετή και διαφθορά, ευαισθησία και υποκρισία, έρωτας και βίτσιο σε μια αέναη εναλλαγή μέσα σε ένα σαλόνι της υψηλής κοινωνίας λίγο πριν την Γαλλική Επανάσταση.


Ο συγγραφέας Yukio Mishima και ο Σαντ*
Ο Mishima, ένας από τους πιο παραγωγικούς συγγραφείς του 20ου αιώνα, με μεγάλη πολιτιστική επιρροή, τόσο ως συγγραφέας όσο και ως προσωπικότητα, έγραψε το έργο το 1965, πέντε χρόνια πριν την αυτοκτονία του, όταν διάβασε μία βιογραφία του Σαντ. Εντύπωση του έκανε η απόφαση της συζύγου του να τον εγκαταλείψει όταν πια απελευθερώθηκε από την φυλακή, έχοντας τον υποστηρίξει κατά τους μακροχρόνιους εγκλεισμούς του. Ο Σαντ αποτέλεσε την προσωπικότητα έμπνευση για την λέξη σαδισμός και σεξουαλική ικανοποίηση. Ήταν ένας Λεονάρντο ντα Βίντσι του «Κακού», η παρακαταθήκη του οποίου θα κυριαρχεί για πάντα σε έναν κόσμο που δεν μπορεί να καταλάβει ότι η σκληρότητα δεν είναι μόνο περιττή, αλλά και άνευ αισθητικής σημασίας εν τέλει. Ο Mishima μπορεί να γράφει ένα έργο για τον Σαντ, ωστόσο δεν συντάσσεται μαζί του. Αυτή είναι και η μοναδικότητα αυτού του έργου, το γεγονός ότι ο Mishima παλεύει με έναν άλλο συγγραφέα και νικάει, έναν συγγραφέα τον οποίο η διανόηση επανανακαλύπτει και αποθεώνει μέσα στον 20ο αιώνα.


Από το σημείωμα της σκηνοθέτη:
«Οι έξι γυναικείοι χαρακτήρες, ρόλοι ισάξιοι ενός Άμλετ ή ενός Ληρ, είναι κάτι που πραγματική λείπει από το θέατρο σήμερα. Οι γυναίκες ηθοποιοί σπάνια έχουν την τύχη να αναλάβουν γυναικείους ρόλους τόσο απόλυτους. Με εξαίρεση την υπηρέτρια, όλοι οι χαρακτήρες είναι παντοδύναμοι, με διασυνδέσεις στα υψηλότερα κλιμάκια της κυβέρνησης και της υψηλής διανόησης. Ακόμη κι αυτές όμως είναι εγκαταλελειμμένες στη σκιά του έλλογου λόγου. Μοναχικές, στην περιφέρεια ενός ανδρικού κόσμου, όταν μιλούν τρελαίνονται. Η αόρατη λογοκρισία των «χρηστών ηθών» έχει τη δύναμη να σε κάνει να αμφισβητήσεις την εγκυρότητα των εμπειριών σου, την εγκυρότητα του ίδιου σου του εαυτού, είναι η λογοκρισία που κάνει τα θύματα να σωπαίνουν ενοχικά, που ενθαρρύνει τα θύματα να γίνουν θύτες όταν τους παρουσιαστεί η ευκαιρία. Το έργο λαμβάνει χώρα στη Γαλλία του 18ου αιώνα, διατηρεί όμως ατόφια τη φόρμα του ιστορικού ιαπωνικού θεάτρου και παρουσιάζει μορφολογικά στοιχεία τόσο από το Νο, όσο και από το Καμπούκι. Στο Νο, μια κατηγορία έργων παρουσιάζει συχνά γυναικείους χαρακτήρες με μεγάλη ψυχολογική πολυπλοκότητα, τα λεγόμενα έργα «τρελών γυναικών». Όλη η δράση λαμβάνει χώρα στο συναισθηματικό κόσμο αυτών των γυναικών, με τις επιθυμίες τους τελικά να τις οδηγούν σε μεγάλη συναισθηματική αναταραχή, μέχρι το φόνο, το θάνατο, ή την συμβολική απόσυρση από τη ζωή».


Κριτική της παράστασης:
Το έργο αποτελείται από τρεις πράξεις. Η πρώτη πράξη διαδραματίζεται στο σαλόνι, με φόντο μια χρυσή επιβλητική κουρτίνα, η οποία στη δεύτερη πράξη του κήπου αποκαλύπτει από τη μία πλευρά τον πίνακα του Jean Honore Fragonard “La Surprise ou La Rencontre” (Η Έκπληξη ή η Συνάντηση) ενώ από την άλλη πλευρά στην τρίτη ένα κολάζ από γκραβούρες για το έργο του Σαντ «Ζυστίν ή Τα Πάθη της Αρετής» (από το «100 γραβούρες του 1797», των εκδόδεων Άγρα), τα οποία συνδυάστηκαν αρμονικά ενισχύοντας την πληθωρική ατμόσφαιρα του έργου. Το σκηνικό συμπληρώνουν δύο πολυθρόνες εποχής και ένα μικρό τραπεζάκι, στο οποίο η υπηρέτρια Σαρλότ κατά την πρώτη πράξη σταδιακά τοποθετεί με αργές εκφραστικές κινήσεις ψεύτικα λουλούδια, συμβολίζοντας τη νεκρή φύση και την απόσυρση προς το θάνατο που κρύβεται μέσα στο έργο, για να το γκρεμίσει με βία αργότερα στη δεύτερη πράξη η κόρη σε ένα καταιγιστικό ξέσπασμα προς το πρόσωπο της μητέρας. Η Σαρλότ, μολονότι αποτελεί ένα κυρίως βουβό πρόσωπο, διαδραματίζει έναν εξαιρετικό ελισαβετιανό ρόλο προώθησης της πλοκής, υποβοηθώντας διακριτικά αλλά καίρια τους ήρωες στις κρίσιμες στιγμές τους.
Ένας σημαντικός παράγοντας που λειτούργησε καθοριστικά στην επιτυχία της παράστασης ήταν η ατμοσφαιρική μουσική επένδυση της Κρυσταλλίας Θεοδώρου (cORNiza) που κυριολεκτικά μας μετέφερε στη Γαλλία του 18ου αιώνα, όπως επίσης και με την ίδια ευκολία και στην γαλλική εξοχή στη διάρκεια της δεύτερης πράξης.
Η κατασκευή των κοστουμιών από την Αγγελική Μπορονοπούλου και την Μαίρη Καϊσίμου, σχεδιασμένα από την σκηνοθέτη και εμπνευσμένα από πίνακες της εποχής, ήταν ότι πιο εντυπωσιακό και ιδιαίτερο έχει παρασταθεί ενδυματολογικά σε σκηνή, με αποκορύφωμα το πέπλο που συμβολικά κάλυψε και στη συνέχεια «αποκάλυψε» το φόρεμα της Αν Προσπέρ ντε Λωναί, στην εξομολόγησή της προς τη μητέρα της.


Οι κομμώσεις του Τάσου Καστανιά σε συνδυασμό με το μακιγιάζ της Χαράς Τσουκαλά, έδιναν έμφαση σε κάθε έκφραση του προσώπου των ηθοποιών, δένοντας μοναδικά με το συνολικό ύφος, τονίζοντας την σεξουαλικότητα του έργου ακριβώς όσο έπρεπε, αποπνέοντας τον επαναστατικό αέρα της εποχής του. Σε αυτό λειτούργησε καθοριστικά και ενισχυτικά και ο φωτισμός του Ντίνου Λαυρεντάκη, υπό τη μπαγκέτα της ολιστικής προσέγγισης της νεαρής Ζαμπίας Πατεράκη. Τόσο πολύ με συνεπήρε η σκηνοθετική της ματιά, που έπιασα τον εαυτό μου να χάνει στιγμές της υπόθεσης, χαζεύοντας τους φωτισμούς, τις εκφράσεις, τις κινήσεις και τις διάφορες εκφάνσεις της πολυσχιδούς προσωπικότητας του Σαντ.


Είναι αδύνατον να ξεχωρίσω οποιαδήποτε από τις ερμηνείες, οι οποίες ήταν όλες ανυπέρβλητες, εκφραστικά, κινησιολογικά καθώς και υποκριτικά, υπό τη μαεστρία της σκηνοθετικής καθοδήγησης της ταλαντούχας κυρίας Πατεράκη, σεβόμενη τόσο το έργο του συγγραφέα, μέσα από την εξαιρετική μετάφραση του Παναγιώτη Ευαγγελίδη, όσο και το αντιπροσωπευτικό κλίμα της εποχής.
Προσδοκώ με χαρά την συνέχεια του μαγικού ταξιδίου της Μαρκησίας!

Κριτική της παράστασης "Το πράσινό μου το φουστανάκι"

http://www.theatromania.gr/kritiki-gia-tin-parastasi-to-prasino-mou-to-foustanaki/





Ξεκίνησα λίγο διστακτικά για την παράσταση, μολονότι θα μπορούσα να δηλώσω «θαυμάστρια» του «κλαμπ αυτοσαρκασμού» και των κειμένων της Κιτσοπούλου, ωστόσο, σε αυτήν την περίπτωση δεν γνώριζα το κείμενο, κι ίσως ήταν καλύτερα έτσι. Το θέατρο ήταν γεμάτο, που για καθημερινή με ξάφνιασε ευχάριστα. Στο black box του Αλκμήνη έχω παρακολουθήσει άλλη μία εξαιρετική παιδική παράσταση, την οποία ακόμη αναπολούμε οικογενειακώς, και μου άρεσε πολύ ως χώρος. Προτίμησα να απολαύσω την παράσταση από το πάτωμα, κι έτσι βρισκόμουν κυριολεκτικά μέσα στη σκηνή, και κάποιες στιγμές στο ίδιο επίπεδο με την ηθοποιό. Περισσότερη αμεσότητα με το θεατή δεν υπάρχει!




Ο κύριος θεματικός άξονας του έργου είναι η μοναξιά. Η ηρωίδα εμφανίζεται στη σκηνή με την αίσθηση του «κατεπείγοντος», κάτι σημαντικό πρόκειται να συμβεί, κάτι άμεσο, που δεν μπορεί να εκφραστεί με λέξεις. Το θέμα του νοήματος του λόγου τίθεται άμεσα, με μεγαλύτερη ίσως στιγμή του έργου το 15σύλλαβο, το οποίο η Τζούλη Σούμα ερμηνεύει σχεδόν απνευστί. Η αίσθηση της έλλειψης νοήματος στον λόγο, μετατοπίζεται σταδιακά στην έλλειψη νοήματος της ίδιας της ύπαρξης, μεταμορφώνοντας συνολικά σε ανούσια κι ελλειμματική την ίδια τη ζωή, οδηγώντας μας τελικά στο μηδενισμό και στο «τίποτα δεν συμβαίνει» του Γκοντό. Κυρίαρχη είναι η διακαής επιθυμία να αλλάξει κάτι, να εξαφανιστεί ως δια μαγείας αυτό το κενό της πλήξης, της ανίας, της ανίατης μοναξιάς…




Κι ενώ αρχικά νομίζεις ότι το πράσινο φουστανάκι είναι η μπούργκα, τελικά εμφανίζεται το φουστάνι από χαρτόνι, που τόσο πολύ μου γοήτευσε ως σύμβολο, πόσο χάρτινα, ασταθή κι εφήμερα μοιάζουν όλα μέσα απ’ το πρίσμα της καταιγιστικής μας μοναχικότητας. Το ιδιότυπο χιούμορ της συγγραφέως και ο αυτοσαρκασμός υπονομεύουν διαρκώς κάθε ίχνος καθωσπρεπισμού και σοβαροφάνειας της ηρωίδας, το οποίο η ηθοποιός αναδεικνύει στο έπακρον με τη μεστή της ερμηνεία.




Η σκηνοθετική προσέγγιση της Μαρίας Αιγινίτου, σε συνδυασμό με τα λιτά σκηνικά του Γιάννη Θεοδωράκη και τις διακριτικές φωτιστικές επιλογές του Δημήτρη Μπαλτά, νομίζω πέτυχε τις ψυχογραφικές επιδιώξεις της σκηνοθέτιδας «αγκαλιάζοντας» ομοιόμορφα όλες τις συναισθηματικές πτυχές και εντάσεις του κειμένου, φωτίζοντας με ιδανικό τρόπο τους προβληματισμούς της ηρωίδας, και μεταφέροντάς τους εύστοχα στο θεατή, μέσα από μια καθαρή και νηφάλια αφήγηση. Με γοήτευσε ο τρόπος που εικονοποιήθηκε η ταράτσα και η σκηνή της εν δυνάμει αυτοκτονίας, όπως επίσης και η κορνίζα στην οποία κυριολεκτικά και μεταφορικά «καδράρισε» τον εαυτό της η ηθοποιός . Μου άρεσε ιδιαίτερα η επιμέλεια κίνησης της Φαίδρας Σούτου , δεμένη και αέρινη, την οποία ανέδειξε άψογα και με απόλυτη συνείδηση η κυρία Σούμα. Τα κοστούμια του Νίκου Καρδώνη ενίσχυαν το γενικότερο πλαίσιο και η μουσική επένδυση του Σπύρου Παρασκευάκου έδεναν απόλυτα με το συνολικό κλίμα του έργου.

Κριτκή της παράστασης Οι 12 ένορκοι

http://www.theatromania.gr/kritiki-gia-tin-parastasi-i-12-enorki/



Μολονότι δεν γνώριζα το κείμενο του Reginald Rose, είχα μια αρκετά σαφή εικόνα για το έργο. Ωστόσο, δεν μπορούσα να φανταστώ με ποιο ακριβώς τρόπο θα μεταφερόταν αυτό στη σκηνή.
Μπαίνοντας στο χώρο, μεταφερόμαστε αυτόματα σε μια δικαστική αίθουσα. Οι ένορκοι εμφανίζονται σταδιακά, μπαίνοντας ένας  ένας απόλυτα φυσικά στο ρόλο του, παρουσιάζοντας συνοπτικά το χαρακτήρα τους : άλλος σχολιάζει έναν ποδοσφαιρικό αγώνα, άλλος είναι πιο ανυπόμονος, άλλος πιο εκνευρισμένος… Γρήγορα μπαίνουμε στο νόημα του έργου, όπου αρχίζει να ξεδιπλώνεται η ψυχογραφική υπόσταση των ηρώων και οι συγκρούσεις μεταξύ τους, πάνω στις οποίες διαδραματίζεται και όλη η υπόθεση του έργου.





Η σαφέστατη και απέριττη σκηνοθετική προσέγγιση της Κωνσταντίνας Νικολαΐδη ήταν συγκεκριμένη και ξεκάθαρη, αποτυπώνοντας απόλυτα την ατμόσφαιρα του έργου, σε συνδυασμό με τα καίρια σκηνικά του David Negrin, τα χαρακτηριστικά κοστούμια της Κικής Μήλιου και τις εξαιρετικές φωτιστικές επιλογές του Αλέξανδρου Αλεξάνδρου. Η εκφορά του λόγου, χαρακτηριστική για τον κάθε ηθοποιό – ένορκο, όπως και η άλλοτε ανάλαφρη κι άλλοτε ασφυκτική κινησιολογία, υπό την καθοδήγηση της Χριστίνας Φωτεινάκη, φώτισε με δεινότητα τις πτυχές του έργου. Ο ρυθμός του έργου ήταν απόλυτα «σφιχτός», στον οποίο πολύτιμος αρωγός υπήρξε η πρωτότυπη μουσική επένδυση του Γιώργου Περού, περνώντας τον θεατή ξεκάθαρα από τη μία κατάσταση στην άλλη, παρακολουθώντας σταδιακά τις ψυχολογικές διακυμάνσεις των ηρώων…    
Οι ερμηνείες έδεναν σε ένα ιδανικό σύνολο, ξεδιπλώνοντας ατομικά αλλά και συνολικά τις διάφορες ψυχικές εκφάνσεις του κάθε χαρακτήρα, παρουσιάζοντάς μας ουσιαστικά τη διάβρωση της ανθρώπινης κοινωνίας μέσα από μια σφαιρική  οπτική. Ο Γιώργος Γιαννόπουλος, ο Θανάσης Κουρλαμπάς, καθώς και ο Χριστόδουλος Στυλιανός, κλέβουν λίγο την παράσταση με τις λίγο πιο κεντρικές ερμηνείες, ωστόσο, η συμμετοχή του κάθε ενόρκου ήταν καίρια σε κάθε στιγμή του έργου. 





Ενθουσιάστηκα με τις προσωπικές στιγμές του καθενός στο μπάνιο, ειδικότερα τις στιγμές που κοιτάζονταν στον εικονικό καθρέφτη, ερχόμενοι αντιμέτωποι με τον εαυτό και τις ατομικές τους σκέψεις, μέσα από αυτή την εξαιρετική σύλληψη του «αόρατου» καθρέφτη, κοιτώντας μας κατάματα.   



 

Κριτική της παράστασης Ριχάρδος Β'

http://www.theatromania.gr/kritiki-gia-tin-parastasi-richardos-v/

Ένας πράσινος λόφος, ένας τάφος, κρεμασμένες σειρήνες και το μεγαλύτερο μέρος της σκηνής καλυμμένο με χαλιά, είναι το εικαστικό σκηνικό το οποίο αποκαλύπτεται σταδιακά μέσα από μια πυκνή ομίχλη. Στην πορεία της παράστασης, τα χαλιά σηκώνονται μετατρέποντας τα στην προέκταση του κουστουμιού ενός ηθοποιού,  αποκαλύπτοντας το έδαφος από πηλό, δίνοντας την ευκαιρία στους ερμηνευτές να κυλιστούν με πολλαπλούς τρόπους, μεταφέροντας στα ρούχα τους πλέον μέρος της λάσπης, ενώνοντας έτσι την φυσική τους υπόσταση σε ένα ενιαίο σύνολο με τη γη…




Δεν θέλω να μιλήσω για τον Ριχάρδο. Ούτε για τον Σαίξπηρ.  Δεν αναγνώρισα ούτε Σαίξπηρ, ούτε Ριχάρδο σε αυτά τα 90’. Και δεν με πειράζει καθόλου.  Αν ήθελα να διαβάσω άλλη μία φορά τον Ριχάρδο, θα μπορούσα να το κάνω κι από την άνεση του σπιτιού μου, νομίζω. Έχοντας παρακολουθήσει και τον «Σωσία» αλλά και τα «Ωραία χέρια μας» της ομάδας Lew ratio Network και τις σκηνοθετικές προσεγγίσεις της Έφης Μπίρμπα, δεν περίμενα κάτι λιγότερο από άλλη μία εικαστική προσέγγιση. Έτσι ήμουν προετοιμασμένη για να δω, να ακούσω και να βιώσω «εικόνες» και «εικονοποιήσεις» και όχι να παρακολουθήσω ένα Σαιξπηρικό έργο.




Οι ατμοσφαιρικότατες φωτιστικές επιλογές του Θύμιου Μπακατάκη, σε συνδυασμό με την «εκκωφαντική» ηχητική επένδυση της Coti K. συνετέλεσαν σε ένα ενιαίο «μαγευτικό» σύνολο, στο οποίο μοναδικός αρωγός ήταν η κίνηση και τα σώματα των ηθοποιών, με έναν γερό άσσο για άλλη μια φορά την εκφορά του λόγου.  Ωστόσο, για πρώτη φορά, ο Άρης Σερβετάλης δεν κατάφερε να  «με πάρει μαζί του». Μπορώ όμως να το παραβλέψω, χάρη στο γενικό σύνολο.  Οι στυλιζαρισμένες κινήσεις, ειδικά η επαναλαμβανόμενη υπόκλιση, ο ακρογωνιαίος λίθος της απόλυτης υποταγής, καθοδηγούμενος από μια απλή συνεχόμενη κίνηση του δακτύλου του βασιλιά, με συνεπήραν ολοκληρωτικά.  Η πιο δυνατή στιγμή του έργου, όταν ο Ριχάρδος στερεώνεται ανάποδα στο έδαφος, και μιλά χωρίς καμμία δυσκολία. 




  
 «Ο κύριος και ο βασιλιάς του τίποτα» και «Δεν έχω κανένα φίλο» είναι οι μόνες φράσεις που μπόρεσα να ακούσω κατά τη διάρκεια της παράστασης, νομίζω όμως ότι χαράχτηκαν στο μυαλό μου με κάτι ανεξίτηλο, και δεν θα ξεχαστούν ποτέ. Πόση σπαρακτική μοναξιά μπορεί να κρυφτεί μέσα σε λίγες μόνο λέξεις.  Δεν κατάφερα ούτε να συγκρατήσω, ούτε καν να ακούσω κάτι άλλο από το κείμενο. Γιατί δεν με αφορούσε. Η μαγεία της εικόνας και ο πλούτος των συναισθημάτων που απλόχερα μου χαρίστηκαν, με έκαναν να θυμηθώ γιατί βιώνω το θέατρο. Γιατί αν βλέπεις το θέατρο, δε μπορείς, ενδεχομένως, να βιώσεις το θέατρο. Αν χάνεσαι στο «γιατί ειπώθηκε αυτό και όχι το άλλο», χάνεις τη μαγεία της στιγμής που ίσως δεν σου ξαναδοθεί.  Και για μένα αυτή είναι η έννοια του θεάτρου.




Thursday, November 3, 2016

Κριτική της παράστασης "Η τελευταία μαύρη γάτα"

Άλλη μια πολύ καλή δουλειά του Κώστα Γάκη και της ομάδας Ιδέα, αν και όχι η καλύτερη, μετά την εξαιρετική Κατσαρίδα και το Ρωμαίος και Ιουλιέτα για δύο.
Για άλλη μια φορά, μια ομάδα μας δείχνει πως με πολύ λίγα μπορείς να κάνεις πάρα πολλά, και αυτή είναι η αισθητική προσέγγιση και γενική σκηνοθετική γραμμή αυτής της ομάδας που σε κερδίζει κάθε φορά. Στην σκηνή βρίσκονταν ουσιαστικά μόνο 4 καρέκλες-σκάλες, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν με ποικίλους τρόπους, με ευρηματικότερη την σκηνή που προσομοίαζε την παρέα των γάτων να βρίσκεται στην άκρη ενός ψηλού κτιρίου, όπου φυσούσε πολύ δυνατός άνεμος, και πραγματικά με έπεισαν ότι μεταφερθήκαμε ξαφνικά σε κάποια ταράτσα! Η πιο ευρηματική και ταυτόχρονα ξεκαρδιστική στιγμή της παράστασης ήταν το δελτίο ειδήσεων και ο τρόπος που παρουσιάστηκε η τηλεόραση στην σκηνή, και ακόμη περισσότερο το δελτίο στην νοηματική!!



Η ερμηνευτική και κινησιολογική καθοδήγηση όλης της ομάδας των ηθοποιών ήταν πολύ καλά δουλεμένη και αυτό έβγαινε και στην σκηνή.Τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα ήταν μαύρα, όπως επιτάσσει το έργο, αλλά συνάμα λιτά και χαρακτηριστικά όσο έπρεπε.  Οι φωτισμοί κατάφεραν να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο την όλη ατμόσφαιρα του έργου. Τα βίντεο της Μικαέλας Λιακατά έδεναν ιδιαίτερα αρμονικά με το όλο πλαίσιο του έργου, όπως και η μουσική του Κώστα Γάκη, σε συνδυασμό με την παρουσία επί σκηνής και τα live electronics του Στέφανου Τορτόπογλου.



Το μόνο αρνητικό σημείο, η μη ύπαρξη αρκετών μαξιλαριών ώστε να έχουν καλύτερη ορατότητα τα παιδιά, όμως, προς τιμήν του θεάτρου, απολογήθηκαν εξαρχής γι’ αυτό και πρότειναν εναλλακτική λύση.

Κριτική της παράστασης "Ο μικρός Πρίγκηπας"

Μια μουσικοχορευτική παράσταση βασισμένη στην ιστορία του μικρού πρίγκιπα, και όχι  η μεταφορά αυτής στη σκηνή.
Η παράσταση ξεκινά πολύ εντυπωσιακά, με τα ολόλευκα κοστούμια του Μιχάλη Σδούγκου και το πολύ έξυπνο εφέ του blacklight της Ελευθερίας Ντεκώ, σε συνδυασμό με τις εξαιρετικές, επίσης ολόλευκες, κούκλες της Δήμητρας Καίσαρη. Με γοήτευσε ιδιαίτερα η εμφάνιση του κυρίου επιχειρηματία.
 Αυτά θεωρώ ότι ήταν και τα καλύτερα στοιχεία της πολυδιαφημισμένης παράστασης.
Τα σκηνικά του Γιώργου Γαβαλά είχαν ενδιαφέρον, η χρήση της εξέδρας μου άρεσε πολύ, όπως επίσης και οι «βράχοι» πίσω από τους οποίους εμφανίστηκαν στην έναρξη οι ηθοποιοί. Καλαίσθητος ήταν επίσης και ο τρόπος που παρουσιάστηκε ο μικρός πλανήτης, με την συναρμολογούμενη εξέδρα επί σκηνής. Εντυπωσιακή θα χαρακτήριζα και την καθέλκυση των ηρώων στα στεφάνια και τον πλανήτη, αν και αρκετά πλέον συνηθισμένο.  Πολύ ρεαλιστική ήταν και η κατασκευή του αεροπλάνου. 



Οι χορογραφίες του Αλέξανδρου Κουζίτσκιν ήταν επίσης επιτυχημένες.
Σκηνοθετικά, κινησιολογικά αλλά και ερμηνευτικά , το σύνολο των ηθοποιών λειτούργησε πάρα πολύ καλά. Ωστόσο, δεν με ικανοποίησε καθόλου η συγκεκριμένη προσέγγιση. Η επιλογή των τραγουδιών καθώς και η διασκευή των στίχων από την Μαριάνα Τόλη, θεωρώ ότι ήταν από άστοχη έως και ελαφρώς γλυκανάλατη.  Η αναλογία τραγουδιού και πρόζας θεωρώ ήταν τελείως δυσανάλογη, ως προς το κομμάτι της πρόζας, σε σημείο να «χάνεται» εντελώς η ιστορία του μικρού πρίγκιπα, και να μένει κυρίως ένα μουσικοχορευτικό πρόγραμμα.  Ο Ορέστης Καρύδας, ενώ ερμήνευσε εξαιρετικά το ρόλο του, ωστόσο, με ξένισε, φυσιογνωμικά κυρίως, ως φιγούρα του μικρού πρίγκιπα. Η Αντιγόνη Ψυχράμη ήταν επίσης πολύ πειστική ως τριαντάφυλλο.  Η ένσταση μου βρίσκεται στον τρόπο προσέγγισης της σχέσης μεταξύ του πρίγκιπα και του λουλουδιού, η οποία παρουσιάστηκε περισσότερο ως ερωτικό ειδύλλιο, παρά ως αγνή και τρυφερή φιλία.
Θα ήθελα επίσης να είχαμε απολαύσει σε κάποιες στιγμές έναν έναστρο ουρανό, μιας που η τεχνολογία μπορεί πολύ εύκολα να μας χαρίσει εξαιρετικές δυνατότητες.  





Κριτική της παράστασης "Κυμβελίνος"

Ένα όχι ιδιαίτερα γνωστό ή πολυπαιγμένο έργο του Σαίξπηρ, ωστόσο, ιδιαίτερα ενδιαφέρον, περιλαμβάνοντας τα βασικά χαρακτηριστικά του κλασικού συγγραφέα, πλοκή, ίντριγκες, παρεξηγήσεις, μεταμφιέσεις και τον γνωστό ποιητικό του λόγο.
Από την πρώτη στιγμή το σκηνικό σε βάζει μέσα στο έργο. Μια μινιμαλιστική σκηνοθετική προσέγγιση, με λιγοστά έπιπλα επί σκηνής, ένα κάδρο στο background που εναλλάσσεται αθόρυβα και σε μεταφέρει με «μαγικό» τρόπο, και οι «παιχνιδιάρικοι» φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη, οι οποίοι καταλαβαίνεις εξαρχής ότι θα παίξουν τον βασικότερο ρόλο αυτής της σκηνοθετικής προσέγγισης του Αλέξανδρου Κοέν.
Τα κοστούμια της Χριστίνας Κωστέα έδεναν αρμονικά με το ύφος του έργου, χωρίς να παραφορτώνουν την ατμόσφαιρα. Η κινησιολογία της Φρόσως Κορρού «έντυσε» μοναδικά την ελισαβετιανή  προσέγγιση του σκηνοθέτη.



Ο Τάκης Βουτέρης ως ο ομώνυμος ήρωας, είναι ο πιο συμπαθής δυνάστης που έχει παρουσιαστεί δραματουργικά.
 Η Ελένη Κρίτα ενσαρκώνει με περισσή φυσικότητα την ραδιούργα βασίλισσα και κακιά μητριά.
Η Αντιγόνη Δρακουλάκη ως αθώα Ιννογένη παρουσιάζει μια αξιοπρεπέστατη ερμηνεία.
Ο Παναγιώτης Εξαρχέας ως εύπιστος Πόστουμο κλέβει την παράσταση σε ένα θεωρώ ρεσιτάλ ερμηνείας.
Ο Σαράντος Γεωγλέρης παρουσιάζει έναν τσακισμένο τραγικό ήρωα με μοναδικό τρόπο.
Ο Αντώνης Φραγκάκης προωθεί τον εσωτερικό παλμό του δολοπλόκου ήρωα, σε κάποιες στιγμές, με τρόπο απαράμιλλο. 



Η Νεκταρία Γιαννουδάκη διαδραματίζει τον χαρακτηριστικό σαιξπηρικό ρόλο της «παραμάνας», μια ήρεμη δύναμη που λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα, υποβοηθώντας την πλοκή και τους ήρωες, πάντα δίπλα στις ζωές όλων.
Τέλος, ενδιαφέρουσα, μολονότι σύντομη,  η παρουσία του Ρωμανού Μαυρουδή ως γραφειοκράτης και dealer.