Tuesday, April 11, 2017
Friday, March 31, 2017
Κριτική της παράστασης "Άγριος σπόρος"
Ξεκίνησα για την παράσταση με την ψυχή στο στόμα: τρέχοντας
τελευταία στιγμή και με όλη την αρνητική ενέργεια του κόσμου συσσωρευμένη. Τουλάχιστον
δεν χρειάζεται να γράψω κριτική αυτή τη φορά, σκέφτηκα, έχουμε ήδη γράψει. Όμως,
βγαίνοντας από το θέατρο, δεν γινόταν να μην γράψω, όχι για επαγγελματικούς
λόγους, όσο για να μπορέσω να αποτυπώσω, όσο είναι αυτό εφικτό, αυτή την
ανεπανάληπτη εμπειρία που βίωσα, και να την κρατήσω όσο πιο πολύ μπορώ ζωντανή
μέσα μου.
Το κείμενο του Γιάννη Τσίρου είναι ένα κείμενο βαθειά
ελληνικό: ένα κείμενο που πρέπει όλοι οι Έλληνες, αλλά και οι ξένοι, εξίσου, να
γνωρίσουν. Ξεκινώντας το βίντεο της
παράστασης, πάγωσα. Βλέποντας παράλληλα και το βλέμμα του Στάθη Σταμουλακάτου,
με κυρίευσε ένας ακατανόητος τρόμος, και ανακουφίστηκα μόνο όταν αντιλήφθηκα
ότι στο χέρι του κρατούσε ένα κομμάτι ξύλο: χωρίς να το έχω κοιτάξει, ήμουν
σίγουρη πως ήταν μαχαίρι. Στα πρώτα λεπτά του έργου, έβλεπα μπροστά μου διαρκώς
τον Τάκη Σπυριδάκη. Μάλιστα, νόμισα πως άκουγα και τη φωνή του. Μόνο για λίγα
λεπτά, όμως. Ο Στάθης Σταμουλακάτος επικράτησε πολύ γρήγορα με μια ερμηνεία
επιβλητική, καθηλωτική, μεστή, ακριβή, καίρια, ανυπέρβλητη, σχεδόν
συγκλονιστική θα έλεγα. Η σκηνική
αποτύπωση της Ελένης Σκότη είναι ασύλληπτη. Με απόλυτα λιτά σκηνοθετικά μέσα,
καταφέρνει να μας ταξιδέψει σε αυτή την ερημική παραλία: όταν ο Σταύρος φορούσε
τα γυαλιά ηλίου, ένιωθα τον ήλιο να με τυφλώνει και μένα... Όταν έπινε την μπύρα του, ένιωθα τη δροσιά της
να κυλάει μέσα μου… Όταν άκουγα τον παφλασμό των κυμάτων, τραβούσα
ασυναίσθητα τα πόδια μου πιο μέσα, μήπως βραχώ… Από στιγμή σε στιγμή περίμενα να φτάσει από
κάπου και η μυρωδιά του αναμένου κάρβουνου…
Εξίσου πειστική ήταν και η Ντάνυ Γιαννακοπούλου, στο πρόσωπο
της οποίας είδα τον εαυτό μου, αλλά και κάθε γνήσια ελληνίδα κόρη. Ένιωσα κάθε στιγμή και σε κάθε βλέμμα, κάθε
αγωνία της, κάθε συναίσθημα. Ήταν στην πραγματικότητα η κόρη του Σταύρου, τον
αγαπούσε και τον νοιαζόταν αληθινά, κάθε στιγμή. Ο Ηλίας Βαλάσης, πρέπει να ομολογήσω, έχοντας
κάνει και προσωπικά ένα επαγγελματικό πέρασμα από το αστυνομικό σώμα, πως πέρα
από το κείμενο, είχε υιοθετήσει την κινησιολογία, την εκφραστικότητα, ακόμη και
το πρόσωπο του αστυνομικού. Μη έχοντάς τον δει ξανά στη σκηνή, σκέφτηκα, δεν
μπορεί, είναι σίγουρα αστυνομικός. Στην
τελευταία σκηνή του διαπληκτισμού του με τον Σταύρο, ένιωσα έναν βαθύ πόνο. Αναγνώρισα την ανάγκη ή υποχρέωση του
αστυνομικού οργάνου απέναντι στο νόμο, ένιωσα όμως και μια ειλικρινή οργή
απέναντι στην απάνθρωπη ψυχρότητα.
Οι φωτισμοί του Αντώνη Παναγιωτόπουλου, λειτούργησαν
καθοριστικά, ειδικότερα στις αφηγηματικές στιγμές, όπου οι ήρωες έδιναν την
αστυνομική κατάθεση. Η μουσική και η ηχητική επιμέλεια του Στέλιου Γιαννουλάκη
ήταν επίσης εξαιρετική: οι ήχοι της παραδοσιακής τσαμπούνας, που αρχικά θεώρησα
πως ήταν σκωτσέζικη γκάιντα, εφάρμοζαν άψογα με την συνολική ατμόσφαιρα του
έργου. Τα σκηνικά και τα κοστούμια του
Γιώργου Χατζηνικολάου ήταν η απόλυτη απεικόνιση στην σκηνή μιας χαρακτηριστικής
εικόνας καντίνας σε μια ελληνική παραλία.
Η ελληνική κοινωνία, παρόλο που δεν βρισκόταν κανείς άλλος
επί σκηνής εκτός από τους 3 ηθοποιούς, ήταν αισθητά παρούσα κάθε στιγμή. Μέσα
από τα κιάλια της Χαρούλας, έβλεπα όλο το χωριό, τους αστυνομικούς που έκαναν
τις έρευνες, τους ξένους τουρίστες, τα σκυλιά, όλους…
Από τα πρώτα λεπτά τις παράστασης, όλες οι αρνητικές σκέψεις
κι έννοιες, είχαν εξαφανιστεί. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο πέρα από τη σκηνή και το
συναίσθημα. Αυτός πρέπει να είναι ο
ορισμός της τέχνης, της κάθαρσης, της ανάτασης ψυχής. Γι’ αυτό κάνουμε θέατρο,
γι’ αυτό βλέπουμε θέατρο.
Thursday, March 30, 2017
Κριτική της παράστασης "Νίκη"
Μια μεγάλη
παραγωγή του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού, σε διασκευή των Γιώργου Λύρα και Σταμάτη
Φασουλή, ο οποίος υπογράφει και τη σκηνοθεσία, του βραβευμένου με το Κρατικό
Βραβείο Μυθιστορήματος έργου του Χρήστου Α. Χωμενίδη.
Ο συγγραφέας πλέκει πραγματικότητα και
μυθοπλασία και δίνει στην ηρωίδα φωνή για να μας πει την ιστορία της σε πρώτο
πρόσωπο, ένα στοιχείο απόλυτα κινηματογραφικό, το οποίο βοηθά να ζωντανέψει στη
σκηνή η ιστορία σαν τεράστια τοιχογραφία εποχής. Η Νίκη, άλλοτε παρακολουθεί τη
ζωή της να παίρνει σάρκα και οστά, ως θεατής, κι άλλοτε την αφηγείται.
Η ιστορία ξεκινά δύο γενιές
πίσω, στις αρχές του
20ου αιώνα, από την Μικρασιατική καταστροφή
και φτάνει μέχρι το 2008, παρακολουθώντας όλους τους κοινωνικοπολιτικούς
κραδασμούς, τη δικτατορία του Μεταξά, την Κατοχή, την απελευθέρωση, τα
Δεκεμβριανά, τον Εμφύλιο μέσα από τα μάτια μιας αστικής οικογένειας.
Η σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλή είναι
εξαιρετική, εναλλάσσοντας διαρκώς σκηνικά σε πολύ γρήγορους ρυθμούς, με αποτέλεσμα
να μην κουράζεσαι στιγμή, κι έτσι δεν γίνεται καθόλου αντιληπτή η μεγάλη
διάρκεια του έργου, κάτι πολύ σημαντικό σε αυτές τις περιπτώσεις. Τα σκηνικά
του Γιώργου Γαβαλά και του Γιάννη Μουρίκη αποπνέουν κι αυτά το άρωμα των εποχών
που εξιστορούνται, ενδυναμώνοντας το όραμα του σκηνοθέτη. Η μουσική του Θοδωρή
Οικονόμου επίσης σε ταξιδεύει στο παρελθόν, σε συνδυασμό με τις χορογραφίες του
Δημήτρη Παπάζογλου. Τα κοστούμια της Ντένης Βαχλιώτη και οι καίριες φωτιστικές
επιλογές του Λευτέρη Παυλόπουλου επίσης ανέδιδαν μια ατμόσφαιρα εποχής.
Οι ερμηνείες συνολικά αποτύπωναν την εποχή
και τις συναισθηματικές διακυμάνσεις των ηρώων με πλούσια ερμηνευτικά μέσα. Οι
ηθοποιοί εμφανίζονταν στη σκηνή με απόλυτη ερμηνευτική επάρκεια κάθε φορά. Η
Φιλαρέτη Κομνηνού μας ταξίδεψε μέσα από μια νηφάλια αφήγηση δίχως ακραίους
συναισθηματισμούς, το οποίο θα ήταν μια εύλογη παγίδα. Ο Στέλιος Μάινας και η
Γωγώ Μπρέμπου ενσάρκωσαν με απόλυτη φυσικότητα το ζευγάρι κομμουνιστών, κατά τι
περισσότερο η Γωγώ Μπρέμπου. Η Μίρκα Παπακωνσταντίνου με λιτά υποκριτικά μέσα
αποτέλεσε μια εγκάρδια γιαγιά του αθηναϊκού παρελθόντος. Η Ευγενία
Δημητροπούλου, με μικρές υστερήσεις και λίγες υπερβολές ζωντάνεψε την έφηβη
Νίκη, δεν πλησίασε, ωστόσο την νεαρή και ολοζώντανη Οφηλία, άφησε όμως πίσω και
την εξίσου υπερβολική έφηβη Στέλλα Βιολάντη. Για άλλη μια φορά, μετά την
οικογένεια Άνταμς, ξεχώρισα την απολαυστική Ευαγγελία Μουμούρη, στην οποία,
όπως φαίνεται, ταιριάζει απόλυτα ο ρόλος της σκερτσόζας, γεμάτης μπρίο και κέφι.
Ένα γενικό σύνολο που φωτίζει με δεινότητα
τόσο τις ιστορικές όσο και τις προσωπικές πτυχές του έργου, μεστό και πυκνό,
αφήνοντας τον απόηχο της προσωπικής γνησιότητας, το άρωμα που αποτυπώνεται μέσα
από τα ευανάγνωστα και πασίδηλα συμφραζόμενα μιας τυπικής ελληνικής κοινωνίας.
Subscribe to:
Posts (Atom)










